Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009
Εξυπνάδες αντί για Ευχές
... πολύ αργός για όσους περιμένουν.
... πολύ γρήγορος για όσους φοβούνται.
... πολύ μακρύς για όσους υποφέρουν.
... πολύ σύντομος για όσους χαίρονται.
... και αιώνιος για όσους αγαπούν.
"Henry Van Dyke"
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
Μια Βόλτα τον Δεκέμβρη
Δεν θέλω να πιστέψω τίποτα, αρχίζω να τρέχω σαν τρελός, χωρίς να σκέφτομαι λόγους κι αιτίες, χωρίς καμία στάση, δεν θέλω να ξεκουραστώ. Μονάχα να βρίσκομαι στην ψευδαίσθηση της αέναης κίνησης, να χαράσσω συνεχείς πορείες στο παρόν προσπαθώντας να μην το αφήσω να πέφτει χωρίς θόρυβο στον πάτο του άδειου μου βαρελιού.
Με τέτοια μυαλά η χειμωνιάτικη πόλη με υποδέχεται με τον καλύτερο τρόπο. Μου ανοίγει τρύπες στα πιο πιθανά σημεία, και εγώ δεν χάνω ευκαιρία, πέφτω σαν τυφλός μέσα τους και τσακίζομαι. Αλλά έστω και κουτσός, έστω και με μια πληγή, δεν λέω να σταματήσω.
Δυο βήματα στο κέντρο, και τα σκουπίδια μαζεύονται στις γωνιές και στολίζουν κάθε γωνιά με ένα βρωμερό χαμόγελο. Κι όμως εκεί αισθάνομαι ότι κρύβεται η καρδιά του πολιτισμού μας. Γιατί δεν βάζουμε και μερικά λαμπιόνια να πάρουν μια γιορτινή αμφίεση τουλάχιστον; Κι ενώ κλείνω την μύτη μου για να γλιτώσω από την σάπια μυρωδιά, μου έρχονται δάκρυα στα μάτια. Λίγα μέτρα πιο κάτω γεμίζει ο δρόμος μου χημικά. Πως να αναπνέυσω μέσα σε τούτη την ομίχλη; Και όλοι αυτοί οι σιδερόφρακτοι, ποιον υποτίθεται ότι προστατεύουν; Ας μην το αναλύσω τώρα αυτό, καλύτερα να πάρω δρόμο, μπορεί και να με συλλάβουν ως απρόσμενο περιπατητή.
Κι οι μέρες που θεωρούνται ήρεμες, τι διαφορά έχουν; Παρατηρώ πεζούς να πηγαίνουν ανέμελοι πάνω στους δρόμους και τροχοφόρα να κινούνται σε πεζόδρομους. Κι όλοι μαζί να ακροβατούν πανέμορφα σε κλειστές διαδρομές, φορτώνοντας ο ένας στον άλλο, κατάρες και βρισιές με την πρώτη ευκαιρία. Ίσως όποιος κινείται με κλειστά μάτια, δεν χάνεται σε τούτη την ανακατωσούρα. Κι ύστερα έρχεται η μπόρα...
Μια βροχή δεν πρόκειται να μας σώσει, αλλά μπορεί εύκολα να μας πνίξει. Τώρα πρέπει να διασχίσω ποτάμια, να κάνω ντους από τρύπιες υδροροές, να αποφύγω τα απόνερα ακόμα περισσότερο νευρικών οδηγών. Ο καθένας με την ομπρέλα του, κι εγώ με την τρέλα μου συνεχίζω ακάθεκτος, με παπούτσια σαν τρύπιες βάρκες κι ένα μουσκεμένο τσιρότο στο πόδι. Αλλά όταν αργά το βράδυ ανασυνθέτω τις πορείες μου στο χάρτη, βλέπω πως έχω μείνει ακίνητος για άλλη μια φορά.
Σκέψεις δεμένες σε ένα κελί απομόνωσης, μυαλό να χαζεύει μαθηματικά παράδοξα και να αδειάζει βιβλία φουντωτά. Η πόλη ολόενα και μεγαλώνει, κι όλους μας περικυκλώνει χρόνο με το χρόνο, βουλιάζουμε άθελα μας στους δικούς της ρυθμούς. Δεν θα προλάβω να περάσω από το ίδιο σημείο, το τσιμέντο πάντα βρίσκεται ένα βήμα μπροστά.
Μα τώρα πρέπει να σωπάσω, πρέπει να ανάψω κάποιο φως, γιατί ξέχασα... μπαίνουν Χριστούγεννα κι όλα πρέπει να είναι όμορφα, ας βγουμε να χορέψουμε. Για όσους μπορούν να κοροϊδευτούν, και να κοροϊδεύουν...
Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009
Χωρίς Κόλπα
Άνοιξε αργά την πόρτα, περιμένοντας κάποια έκπληξη. Και γιατί όχι κάτι συναρπαστικό, και για να είναι και ειλικρινής με τον εαυτό, γιατί όχι και λίγο πιπεράτο; Όμως, αυτό που βρήκε να τον περιμένει αραγμένο στην πολυθρόνα του με ένα μειλήχιο ύφος ήταν το τέρας. Φαινόταν αρκετά γερασμένο, με ξεδοντιασμένο στόμα και αραιά μαλλιά. Παρόλα αυτά, απέπνεε ακόμα μια μυστηριώδης γοητεία, έτσι που έμοιαζε με ξεπεσμένο αριστοκράτη.
- Λες κι έχουν περάσει αιώνες από την τελευταία φορά που σε είδα...
-Πως είσαι σίγουρος ότι δεν έχουν περάσει;
-Όταν σε βλέπω με τέτοια εμφάνιση, μπορεί και να σε μπερδέψω στιγμιαία. Το μόνο βέβαιο είναι ότι έχεις μια απαγοητευτική μορφή.
-Φίλε μου, και αγαπημένο θύμα μου, η εμφάνιση μου είναι σε απόλυτη συνάφεια με αυτό που περιμένεις να δεις. Κάποτε, μπορεί να αγριευόσουν με μια εντυπωσιακή εμφάνιση, μια ένδυση που να εμπνέει σεβασμό, ένα κοστούμι που να κρύβει τον τρόμο χωρίς να τον επιδεικνύει. Αλλά τώρα έρχομαι ακάλεστος με τις πιτζάμες παράμασχαλα. Κι αυτός είναι ο χειρότερος τρόμος για σένα...
-Έρχεσαι ως καλεσμένος, κι εγώ τώρα πρέπει να σε φιλοξενήσω;
-Θα κάτσω όσο μου αρέσει και δεν θα βγάλεις κιχ.
-Α, να το ξέρεις: Και κιχ θα βγάλω, και κλωτσιές θα σου ρίξω. Η συμφωνία σε αυτές τις περιπτώσεις έιναι ότι δεν μπορώ να σε διώξω αν δεν μου δώσεις αφορμή. Κανόνισε να μου την δώσεις!!! Δεν θα σε λυπηθώ, να το ξέρεις.
-Οι συμφωνίες είναι έξω από τα μέτρα μου, ένα από τα ευχάριστα του να είσαι τέρας.
-Πάντως να ξέρεις μπορεί να έρχεσαι με διάθεση, αλλά έχω ακριβή μνήμη για το πότε σε είδα, αν και θα ήθελα να το είχα ξεχάσει.
-Προτείνω να αποφύγουμε τα διαδικαστικά... Ξέρεις γιατί είμαι εδώ.
-Ήρθες για να με φας ως συνήθως. Έτσι κι εγώ λέω να αφήσουμε τις μάχες, και να συμπεριφερόμαστε ως φίλοι.
-Εμένα το ίδιο μου κάνει. Απλώς να θυμάσαι ότι δεν χρειάζεται να βγεις νικητής για να με ξεφορτωθείς.
-Εξ’ άλλου δεν έχεις έρθει με διαθέσεις να με δαγκώσεις αμέσως. Η επίθεση σου φαίνεται σχεδιασμένη επί χάρτου. Είσαι έτοιμος να παίξεις το γνωστό παιχνίδι σου. Καλύτερα όμως να φας κάτι, γιατί σε λυπάμαι να μένεις πεινασμένος. Θέλεις μήπως να σου ζεστάνω μια σούπα;
-Αρχίσαμε πολύ καλά, γι αυτό θα μείνω με άδειο στομάχι, θα αλλάξω συμπεριφορά.
-Το είχες ξαναπροσπαθήσει, και μάλιστα είχες χάσει το στοίχημα πάρα πολύ γρήγορα.
-Μίλησες για την προήγουμενη φορά και θυμήθηκα τις παλιές μας ιστορίες. Θυμάσαι τον πορτοκαλοβασιλιά, τις γέφυρες στο πουθενά;
-Σιγά μην μου συγκινηθείς κι όλας. Πρέπει να είσαι το τέρας, πρέπει να κρατήσεις την αξιοπρέπεια σου.
-Όπως είπες κι εσύ, αυτή την φορά δεν έρχομαι για επίθεση. Θα πάρει καιρό για να καταλάβεις, αλλά κι εσύ έχεις να μάθεις πολλά. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ζέστανε φαΐ και τα λέμε τρώγοντας.
-Χωρίς κόλπα... γιατί βαριέμαι.
-Χωρίς κόλπα, γιατί ο χρόνος τώρα είναι με το μέρος μου.
-Αυτό φαίνεται. Μάλλον τον έχεις στο τσεπάκι σου, γι' αυτό και γέρασες απότομα.
-Είπαμε! Μην αρχίσουμε από τώρα, ακόμα δεν βρεθήκαμε.
-Εντάξει φίλε, ας συμφιλιωθούμε για μια μέρα κι ας πάρουμε τους δρόμους.
-Ας πάρουμε λοιπόν τους δρόμους τώρα, και μετά τρωγόμαστε μεταξύ μας με την ησυχία μας.
Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009
Κύκλοι, Τελείες και Γραμμές
Βαραίνει τούτη η θύμηση το μυαλό μου, μα αυτή άθελα της επανέρχεται σαν βράχος που πέφτει από το διάστημα στο ίδιο σημείο, ξανά και ξανά. Ήρθε και προσγειώθηκε στα πόδια μας σαν ανοιχτή πρόκληση. Κι εσύ τον σήκωσες γεμάτος περιέργεια, βρήκες το σανδάλι του Ιάσονα, κι έτσι σήκωθηκες κι έφυγες για εκστρατεία σε ξένους τόπους κι έρημες καρδιές. Εμείς που φοράμε και τα δύο τα παπούτσια μας μένουμε πίσω, χωρίς να έχουμε μια σκιά να κρυφτούμε, ένα βωμό να κάψουμε τους πόνους μας. Μαζί με τον βράχο όμως, γύρισες απρόσεκτα και τον κόσμο όλο ανάποδα.
Ο εγκέφαλος κάνει πάλι διακοπές, παρεμβολές από τελείες και γραμμές, προσπαθώ να τον συνεφέρω, αλλά εκείνος κάνει τα δικά του άλματα. Με μια σπρωξιά μπορεί να πηδήξει πάνω από όρη και βουνά, με μια αγκαλιά μπορεί να μεταμορφωθεί σε αστέρι στον ουρανό, με ένα ποτήρι κρασί... Πρόσεχε όμως κακομοίρη μου, να μην σκοντάψει στους φόβους σου όταν τρέχεις σε ανέμελα λιβάδια, πρόσεξε μην σου μπουρδουκλώσει τα πόδια, όταν είσαι στην άκρη του γκρεμού.
Με την απορία ενός μικρού παιδιού εισάγεται η φωνή από την Κλωθώ, να σιγομουρμουρίζει από καιρό: "Κανείς δεν ρωτάει για την κλωστή που γνέθω, κι ας είναι η πιο σημαντική. Ανόητοι θνητοί, ανόητες ανησυχίες κουβαλάνε μαζί τους, πνιγμένοι μέσα σε ματαιοδοξίες χάνουν το νήμα της ζωής πριν καν το αντικρύσουν. Πιάνονται από τα ασήμαντα και δεν νοιάζονται διόλου για το κουβάρι που ξετυλίγεται μπροστά τους."
Μέσα από αυτές τις αγέλαστες εικόνες και τις μπαγιάτικες σοφίες, αναζητάω την σπασμένη συμμετρία των πραγμάτων. Επιτέλους, κάντε λίγη ησυχία. Ήθελε να ηρεμήσει, ήθελε να ξεχαστεί σαν το μέλι που ζαχαρώνει, ήθελε να αγαπήσει την ομίχλη, δεν χρειαζόταν τα γκρίζα πανηγύρια σας.
Φόρεσα τα θαλασσινά και ήρθα να σε βρω, να κολυμπήσω μαζί σου στα ανοιχτά. Αυτή την φορά όμως το αλάτι κόλλησε στα χείλια μου κι η αρμύρα βούρκωσε τα μάτια μου. Αυτή την φορά δεν θα τα καταφέρω να σε ακολουθήσω. Έκρυψα στα νύχια μου την θλίψη και προχώρησα μαζί με τον χορό αρχαίας τραγωδίας.
Χαζεύω γύρω μου και αναζητάω τρόπους να ξεγελάσω το μυαλό, καμώνομαι ότι με ρώτησαν να δώσω μια εξήγηση για τον σταυρό. Δεν το πολυσκέφτηκα, μόνο έξυσα το κεφάλι μου και φοβήθηκα μονάχα τον αφορεσμό. Κάγχασα, πήρα ύφος βαθυστόχαστο και διαπίστωσα, «σταυρός είναι το σημείο τομής δύο ευθειών. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τέμνονται κάθετα μεταξύ τους, γιατί αλλιώς μπερδεύεται με το κεφαλαίο γράμμα Χ, και τότε ποιος μας σώζει από το Χάος που μπαίνει στις φοβισμένες μας ζωές;»
Η Λάχεσις δεν θέλει να μιλήσει, μα το παιδί της δίνει μιλιά, χωρίς να τα σκέφτεται και πολύ. "Θα ήθελες να σου δώσω νόημα στην επιλογή. Μα μονάχα μέσα από τις διαδρομές που κινείσαι, ίσως να μπορέσεις να αντιληφθείς την χαμένη ουσία, που ενώνει τις αποφάσεις μου, κρυμμένες σε ήλιος και φεγγάρια, σε μελωδίες και κραυγές. Αν σου λάχει, ίσως και να καταλάβεις κάτι."
«Βεβαίως», αναφώνησα σε λάθος στιγμή: «κάθετες», κι όλοι γύρισαν προς τα εμένα αγανακτισμένοι που διέλυα μια δήθεν ιερή στιγμή. Συνέχισα σιωπηλός τις γεωμετρικές μου αναλύσεις, «και στο σημείο τομής βρίσκεται όλη η ουσία των πραγμάτων, σε αυτό το ορισμένο σημείο χωράει η ζωή μας. Φτιάχνουμε μια τελίτσα στην μέση του πουθενά. Μα πριν προλάβουμε να την αγγίξουμε, πριν προλάβουμε να ισόρροπησουμε τις ανησυχίες μας, έχουμε διαλέξει άθελα μας την μια κάθετη γραμμή, και αναχωρούμε. Από εκεί που ήρθαμε; Όχι πάντα, μπορεί να είναι η πορεία από εκεί που θα πηγαίναμε....»
Ο χορός διαλαλούσε την ζωή σου, σαν να ήθελε να την γιορτάσει και τα σιωπηλά βλέμματα χτυπούσαν τους μαυροφορεμένους ιεράρχες, που αγωνιούσαν μάταια να συμπυκνώσουν το ακατανόητο της ζωής σε κούφιες ψαλμωδίες. Τίποτα δεν θα λυτρώσει τους ζωντανούς, παρά μονάχα όταν οι στάχτες απλωθούν σαν αμέτρητες τελίτσες πάνω από το Αιγαίο, μέσα στην αυλή που γεννήθηκαν τα βασίλεια του αρχιπελάγους. Το πνεύμα μου αδύναμο και χαμένο, μοιράζεται σε απομονωμένες νησίδες.
Έπειτα από ώρα επιστρέφει σε κομμάτια έχοντας καλές προθέσεις, ανασηκώνει το κεφάλι μου για λίγο, μα εκείνο αρνείται να συμμορφωθεί. Τα χέρια προσπαθούν να το συγκρατήσουν στην θέση του, όμως καλύτερα να το αφήσω να πέσει σαν κολοκύθα στο πάτωμα. Έρχεται η ώρα της επίσκεψης από έναν ενδημικό πονοκέφαλο, και το μυαλό κιοτεύει. Κι εγώ, ήθελα να μην είχα τούτες τις σκέψεις, να μην χανόμουν σε αδιέξοδους παραλογισμούς. Ας ερχόντουσαν οι μνήμες και ας γίνονταν καπνός στο λεπτό, κι έπειτα οι νοσταλιγκές εικόνες να διαλύονταν με τα κύματα του νοτιά στα βράχια. Μα οι ευχές είναι για τους θεούς, και ο θάνατος των προσδοκιών για τους θνητούς. Ο κύκλος θα κλείσει μονάχος του, όταν θελήσει αυτός.
Καθώς διαισθάνθηκα τις ανώμαλες λειτουργίες του εγκεφάλου μου, τον τροφοδότησα λίγο παραπάνω με αιθέριο έλαιο τρέλας και έκανα την πραγματικότητα μια χαψιά. Την έκοψα σε κομματάκια, τόσο μικρά που έμοιαζαν με κουκίδες άμμου, και την σερβίρισα ως μεζέδες για μια μελλοντική διονυσιακή τελετή. Μια παραλία άμμου απλώνεται στο τραπέζι της μνήμης, αλλά νομίζω ότι ξέχασα να φέρω τις σταφίδες.
Η Άτροπος στέκει αγέρωχη σαν βασίλισσα και μασάει το στάρι με τα ρόδια. Με τα μάτια του παιδιού φωνάζει: "Νομίζουν ότι θα βρίσκουν πάντα τρόπους να ξεφεύγουν. Όμως, σαν βρεθούν μπροστά μου, τρομάζουν όλοι, ακόμη κι οι θεοί. Τότε με πιάνει νευρικό γέλιο με τα παρακάλια της τελευταίας στιγμής. Αφού το ξέρουν ότι έτσι θα γίνει, και παζάρια δεν γίνονται."
Όλες αυτές τις κουκκίδες τις μαζεύει ο ανεμόστρόβιλος που γεννιέται στην βάση του αδραχτιού. Με μια πνοή όλες τακτοποιούνται σε γραμμές και σειρές, και η απορία του παιδιού εμφανίζεται σφυρίζοντας κι ενώνει τις τελίτσες με παιδική αφέλεια. Μου ζητάει να γράψω το κεφαλαίο γράμμα από το όνομα μου, κι εγώ του γελάω. Θυμάμαι το απλό αυτό παιχνίδι, θυμάμαι τις τελίτσες και τις γραμμές που πρέπει να ενώνεις προσεκτικά. Βεβαίως, κάθετες μεταξύ τους πάω να πω, αλλά με προλαβαίνει το βλέμμα του: "εδώ υπάρχουν και παράλληλες..."
Ξεφεύγω όμως από το θέμα μου, όταν μου ζητάει και πάλι το κεφαλαίο γράμμα μου. Γελάω για άλλη μια φορά, γιατί έχω ξεχάσει το όνομα μου, και δεν χρειάζεται να το θυμηθώ. Τώρα έμαθα το παιχνίδι, τώρα βρήκα τις λέξεις να με περιμένουν κρυμμένες σε ένα πλέγμα με κεφαλαία γράμματα, ένας λαβύρινθος που φτιάχνουμε καθημερινά για να χανόμαστε. Όποιος θυμάται το όνομα του, ας κερδίσει...
Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009
ΑΝΤΕ Γ...ΣΟΥ ΝΕΑ ΣΕΛΗΝΗ
Πιο απλά, κάποτε είχε αναρτηθεί σ’ ένα τοίχο, και ανέδιδε μυρωδιά οργής και αλκοολ... Περάσαν πολλά χρόνια από τότε. Κι όμως, ακόμα θυμάμαι την κάθε λέξη, να βγαίνει σαν κραυγή ενάντια στο πεπρωμένο, ενάντια σε δεδομένα, ενάντια σε οριστικές αλήθειες, ενάντια στον ίδιο μου τον εαυτό. Τώρα, (αν και θα ήθελα να του κάνω κάποιες αλλαγές και μερικές προσθήκες), το αφήνω να εμφανίστεί ξανά ίδιο κι εντελώς απογυμνωμένο, έτοιμο να διαλύσει εκ νεόυ τις ντετερμινιστικές ψευδαισθήσεις των αιτιοκρατών... Θα το καταφέρει όμως;;;
...
"Είναι παράξενα ωραίο το συναίσθημα να νοιώθεις σκατά. Διαποτίζει τις κινήσεις σου κι ανακατεύει τις σκέψεις σου δημιουργώντας τρελούς συνδυασμούς. Ξέρεις πάντα ότι υπάρχουν και χειρότερα, αν και αρνείσαι πεισματικά να το παραδεχθείς, μέχρι τα γεγονότα να καταχωρηθούν στις θυρίδες της μνήμης σου. Κι αν ξεχαστούν όχι με τον καιρό, αλλά την στιγμή της γέννησης τους; Τα έχεις ζήσει ή απλώς δεν υπήρξαν ποτέ; Πως γίνεται να βιώσεις κάτι αν το ξεχάσεις αμέσως χωρίς ελπίδες να το θυμηθείς ξανά; Ακόμα και η έννοια της στιγμής χάνεται μπροστά στην αιώνια λήθη.
Τι γίνεται όταν ξαφνικά ξυπνήσεις σε μια παραλία και δεν θυμάσαι τίποτα από την χθεσινή νύχτα; Τελευταίο καταγεγραμμένο γεγονός στον εγκέφαλο το ξάπλωμα δίπλα στην φωτιά, αγκαλιά μ’ένα μπουκάλι κρασί; Μήπως δεν είμαστε ικανοί για τέτοιες εμπειρίες; Μήπως δεν πρέπει να φτάνουμε στα άκρα; Και ποια είναι τα άκρα; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Κι αν την επόμενη φορά ξυπνήσεις σε μια παραλία κι έχεις ξεχάσει όλη σου την ζωή, πως θα αισθανόσουν; Ίσως γινόσουν πιο ελαφρύς και να μάθαινες να πετάς, ίσως να γινόσουν πιο βαρύς ώστε να μπορείς να περπατάς στο βυθό της θάλασσας, όπως στο δρόμο της γειτονιά σου. Κι αν την ξεχνούσες για πάντα; Κι αν ξεχνούσες κάθε φορά την χθεσινή μέρα την στιγμή που θα ξημέρωνε η επόμενη...
Μην κλαις σύγχρονη σταχτοπούτα μου, τα δάκρυα σημαίνουν μνήμη, κι η μνήμη ασφάλεια για το αύριο. Μην μπερδεύεις την δικιά μου ανασφάλεια με την δικιά σου αγωνία για το αύριο. Εγώ ούτε παρελθόν έχω, ούτε μέλλον. Νοιώθω κάτι άλλο που δεν μπορώ να σου περιγράψω τώρα, όμως κάθε μέρα φοβάμαι μην το ξεχάσω.
Πριν προλάβει η τρέλα σου να σε κατακτήσει, την χτυπάς πισώπλατα κι εκείνη μετά την πρώτη έκπληξη, σου κλείνει το μάτι και σου χαρίζει ένα χαμόγελο πολύ σπάνιο. Έμαθες ακόμα ένα μυστικό της ζωής, αλλά δεν έχεις σε ποιον να το πεις. Ο ένας δεν σε ακούει, ο άλλος δεν σε πιστεύει, ο δίπλα γελάει συνεχώς με ότι λες και ο απέναντι δε φαίνεται να ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Δεν μπορείς όμως να αντέχεις συνεχώς αυτήν την κατάσταση. Οπότε πιάνεις ένα πανό και γράφεις διάφορα «τρελά» συνθήματα, όπως: (αν και για σένα τόσο λογικά και ξεκάθαρα), «κάψτε πρώτα το δάσος και μετά το σπίτι σας», «σας ξέρω όλους από χθες, αλλά σήμερα σας ξέχασα», «άναψε το φως πριν σκοτεινιάσει ο ουρανός». Βάζεις ένα λουκέτο στην κεντρική είσοδο και κρεμάς ένα πανό που γράφει ΚΑΤΑΛΗΨΗ. Μέχρι που η επανάληψη του ενός, σε οδηγεί σε αναρίθμητες άλλες πράξεις, εμπνευσμένες από την τρελή φαντασία σου. Αλλά αν δεν αρχίσεις από τα εύκολα, είναι σχεδόν αδύνατο να καταλήξεις στην ελευθερία των πράξεων σου και τις τυχαίες αναλαμπές της στιγμής. Πως θα κάνεις κατάληψη του εαυτού σου, αν δεν έχεις κάνει πρώτα κατάληψη του σπιτιού σου; Πως θα βουτήξεις στον ωκεανό των τυχαίων και παλαβών σκέψεων σου, αν δεν αναγνωρίσεις πρώτα την ύπαρξη τους;
Όντως είναι όμορφα να νοιώθεις άσχημα στις πιο άσχετες στιγμές χωρίς κανένα λόγο, τόσο όμορφα που ξεχνάς ότι είσαι χάλια και χαίρεσαι με την κατάντια σου. Κι άσε τους άλλους να σε ειρωνεύονται. Εξάλλου, ο χλευασμός των άλλων σε κάνει να αισθάνεσαι πιο καλά, αφού νοιώθεις ακόμα πιο άσχημα που είσαι απομονωμένος. Τι ξέρουν οι άλλοι; Ότι δεν ξέρεις εσύ, και κάτι παραπάνω, αλλά ποιος νοιάζεται τώρα; Αυτοί είναι σε ποιο άσχημη θέση και το γνωρίζουν, ενώ εσύ δεν το γνωρίζεις. Δεν έχουν το θάρρος να κλάψουν και να παραδεχθούν, ότι η δική τους ισορροπία είναι φαινομενική και εύθραστη. Σε βλέπουν να ονειροβατείς και σε ζηλεύουν. Σε βλέπουν να συμπεριφέρεσαι σαν παιδί και σε μισούν. Εχούν όμως αισθανθεί τόσο σκατά, όπως εσύ; Έχουν πιει τόσο πολύ που να μην μπορούν να συνέλθουν; Έχουν...; Έχουν ριψοκινδυνέψει ποτέ, κάτι πολύτιμο στην ρώσικη ρουλέτα; Έχουν ποντάρει ποτέ σε αυτήν την ρουλέτα της ζωής και θανάτου κάποιο πολύτιμο κομμάτι του εαυτού τους; Μάλλον δεν χρειάζεται, γιατί αυτοί είναι πάντα νικητές σε στημένα παιχνίδια... Μια σφαίρα τελικά σε χωρίζει από αυτούς. Αυτοί στο πιστόλι τους δεν έχουν καμία σφαίρα, ενώ εσύ έχεις. Κάθε μέρα παίζεις με την σκανδάλη, γιατί τότε μόνο βρίσκεις αιτιολογία για το παρόν, για την ύπαρξη διαχωρισμού του χρόνου. Αύριο ίσως νοιώσεις καλύτερα, αλλά μέχρι τότε έχεις μια σκανδάλη να πιέσεις."
...
ΣΗΜ: Ο τίτλος ήταν παρμένος από στίχο τραγουδιού των Υπόγειων Ρευμάτων.
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
ΜΑΥΡΟ ΠΕΠΛΟ
Οπότε οφείλω να γράψω ότι το blog θα κατεβάσει μαύρα ρολά, θα βουτήξει και πάλι στην απελπισία, θα γυρίσει στην ενδοσκόπηση και στην απομόνωση...Θέλω να ενημερώσω τους αναγνώστες, όποιος θέλει να αποχωρήσει εγκαίρως πριν τον βαρέσει κατακούτελα, όλη ετούτη η διαoλοκατάταση.
Προς το παρόν δεν μπορώ να προβλέψω, πότε θα γυρίσει στην παλιά θεματολογία. Τώρα πια αναλαμβάνει το παράλογο κομμάτι μου με την συνταγή του χάους.
Καλημέρα θλίψη...
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009
Καλλίδρομο

Ακόμα όμως και σήμερα μπορεί να μας μαγέψει, όχι μονάχα για ιστορικούς λόγους, αλλά και για την φυσική του ομορφιά. Έχει πυκνά ελατοδάση, εποχιακές ορεινές λίμνές, και ενδιαφέρουσες διαδρομες. Προσφέρει επίσης πολλές επιλογές για τους λάτρεις της ορεινής ποδηλασίας, καθώς έχει μεγάλο δίκτυο χωματόδρομων. Αποτελεί ιδανική επιλογή για μονοήμερη εξόρμηση, καθώς έχει εύκολη οδική πρόσβαση από Αθήνα. Ενώ οι μικρές υψομετρικές διαφορές και οι ήπιες κλίσεις προσφέρουν ευκαιρίες για ξεκούραστες πορείες.

Ο δρόμος τελειώνει εδώ, και το μονοπάτι μας τραβερσάρει μέσα σε πυκνό ελατοδάσος, όπου για λίγο το μυαλό χάνεται. Περνάμε από εποχιακή λιμνούλα, όπου καθρεφτίζονται οι ανάλαφρες μορφές μας και συνεχίζουμε φτάνοντας σε απόληξη εγκαταλειμένου χωματόδρομου. Πριν ακολουθήσουμε την χάραξη του μονοπατιού (συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση), εμείς στρίβουμε δεξιά (νότια) ακολουθώντας το ίχνος του δρόμου καταλήγουμε μετά από είκοσι μέτρα, σε μικρό καταρράκτη, που διαλαλεί το τέλος του χειμώνα με το δικό του μαγικό θόρυβο. Τα εύκολα πατήματα, και το μικρό του ύψος με προκαλούν να τον σκαρφαλώσω για να κόψω δρόμο, όμως δείχνω αυτοσυγκράτηση, επιστρέφω στην χάραξη του μονοπατιού, και σύντομα συναντούμε τον κύριο χωματόδρομο.
Αν συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση, μέσα από το δίκτυο των χωματόδρομων μπορούμε να πάμε προς Παλιοσουβάλα, άλλη μια εποχιακή λίμνη. Από εκεί μπορούμε να ανέβουμε είτε στην ψηλότερη κορυφή (1419μ), και έπειτα να πραγματοποιήσουμε διάσχιση και να βγούμε στην ανατολική πλευρά του Καλλίδρομου.
Εμείς όμως κινούμαστε προς την άλλη πλευρά του βουνού για να φτιάξουμε την κυκλική διαδρομή. Έτσι η πορεία μας αλλάζει τώρα σε νότια-νοτιοδυτική, κι αφού ακολουθήσουμε τον δρόμο καμπόση ώρα, ξαναβρίσκουμε μονοπάτι που οδηγώντας μέσα από δασωμένο διάσελο (ψηλότερο σημείο διαδρομής 1200μ.), καταλήγει στην λίμνη Καλλιδρόμου. Εδώ μάλιστα βρίσκουμε αρκετό κόσμο που έχει έρθει για να απολαύσει την γαλήνη του τοπίου. Αξίζει όντως να γίνει μια μεγάλη στάση για φωτογραφίες και ξεκούραση. Μέχρι εδώ χρειαστήκαμε περίπου τρεις ώρες.

Ξεκινάμε την πορεία για να κλείσουμε τον κύκλο. Ανεβαίνουμε προς το καταφύγιο, απ’ όπου φαίνεται οι χιονισμένοι γίγαντες στο βάθος, και ακούμε τις σειρήνες να μας καλούν στα χιονισμένα περάσματα... Συνέχιζουμε στο δρόμο, και έχουμε στο νου μας ότι η σήμανση πλέον είναι διακριτική, δημιουργώντας ενίοτε μπλεξίματα. Η αρχική σκέψη για κόψιμο εκτός μονοπατιού, για πιο σύντομη εκδοχή εγκαταλείπεται καθώς σε ορισμένα σημεία το δάσος είναι αρκετά πυκνό.
Η συνέχεια της διαδρομής επιφυλάσσει αρχικά όμορφη πορεία μέσα στο δάσος, αλλά σύντομα (40 λεπτά από τη λίμνη) μας οδηγεί σε μεγάλο χωματόδρομο, και από εδώ και πέρα κινούμαστε πάνω σε αυτόν, με εξαίρεση κάποια κοψίματα μέσα από το δάσος. Καταλήγουμε στο Ελευθεροχώρι, κι από εκεί διαλέγουμε τον δρόμο προς Μονή Δαμάστας, κι έτσι κλείνουμε ένα όμορφο κύκλο του βουνού, σε περίπου δυόμισι ώρες από την λίμνη.
Μια όμορφη διαδρομή που μας άφησε καλές εντυπώσεις και μας δημιούργησε προσδοκίες για χειμερινές εξορμήσεις, όταν τα λευκά θα έχουν προσδώσει άλλη μαγεία στα τοπία, και μια απομόνωση των μεγάλων δρόμων που τεμαχίζουν το βουνό και την ηρεμία του. Αλλά πάντα μας παρασύρουν οι γίγαντες στο βάθος...

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009
Χρονική Ανακολουθία

Συνήθως μετά από μια καταστροφή, σώζεται πάντα μια σοφία. Έχασες το χάρτη, αλλά ακουλούθησες το βέλος μέχρι το τέλος. Μέχρι τότε δεν είχες σκεφτεί ποτέ να μετρήσεις τον χρόνο με τις δικές σου μονάδες, χωρίς να χρησιμοποιήσεις ρολόγια, χωρίς να να μετράς τους κύκλους των άλλων. Κι όλα τα μυστικά του σου αποκαλύφθηκαν ξάφνου, κρύβονται στην σκιά των δικών σου ρυθμών, των δικών σου μικρών συντονισμών και των δικών σου ανησυχιών. Το Παρόν χυμένο στο μυαλό σου, όπως ο καφές στο πάτωμα.
Μην μπερδεύεσαι με τους χτύπους του δείκτη, με μια μονότονη ωρολογιακή κίνηση που γενναέι τον ρυθμό μηχανής στην ανάσα σου και στην ματιά σου. Αν μετράς με τα σταθμά των άλλων, τα πάντα θα σου βγαίνουν στραβά. Τα νοήματα θα ξεθωριάζουν κι οι απλές έννοιες θα γίνονται άλυτα αινίγματα. Καιρός να πασαλείψεις με το βούτυρο σου τα ημερολόγια τους, να απλώσεις την μαρμελάδα των ονείρων στο προγραμματισμένο μέλλον τους.

Αρχικά σκέφτεσαι να αρχίσεις απλά, γεμίζοντας το χρόνο με δικά σου χρώματα κι αισθήματα. Ύστερα ίσως μπορέσεις να σβήσεις τα όρια των χρονικών στιγμών, και να προσπαθείς να μην περιορίζεις το ποτάμι του χρόνου σε μια σταγόνα μνήμης. Αργά και υπομονετικά, ξεκίνας το ταξίδι σου, συντονίζοντας τις νοητικές χορδές σου σε ενεστώτα διαρκείας, τους καπνούς της τρέλα σου σε παρούσα φωτιά, και αφήνοντας την κραυγή του χρόνου να βγει από τα δικά σου τα σωθικά με την ορμή του πρώτου δευτερολέπτου. Παράλληλα με το ψωμί, ψήνεις στην τοστιέρα όλα τα λάθη του παρελθόντος, για να τα κάνεις φρυγανιές, όπου θα στάξεις το μέλι των...

Το ξυπνητήρι χτυπάει, είναι ώρα να σηκωθείς, να αφήσεις τα όνειρα στην άκρη και να κυλήσεις στις ράγες της κατασκευασμένης χρονικής ακολουθίας. Η κούπα του καφέ στα χέρια σου, έτοιμη να γλυστρήσει από τα δάκτυλα...Το μέλλον ζητάει δανεικά και το παρελθόν γελάει σαρδονιακά.
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009
Μονάχα μ' ένα

... δεν ελπίζω όμως, να μεταμορφώσω τις τρελές εικόνες, που εναλλάσονται συνεχώς μέσα μου, σε χρωματιστά λόγια. Το ζητούμενο είναι απλά μια ιστορία, που να μπορεί να αναμοχλεύει πάθη, να πλάθει τραγωδίες της στιγμής, να αποσυναρμολογείται σε διαολεμένες συμπτώσεις, να έχει κάτι από την μυρωδιά της ζωής μου.
... σβήνει κι ετούτη η στιγμή από το παρόν, βουλιάζοντας σε αμέτρητα βάθη. Γίνομαι ναυαγός των κλειδωμένων μου επιθυμιών, ανακαλύπτω νέα νησιά στο αρχιπέλαγος της εφήμερης τρέλας. Χάνομαι μέσα στις αντακλάσεις του χρόνου, θέλοντας να γίνω ένα κομμάτι του αινίγματος αυτού.

...ξεπροβάλλουν στο χώρο μου αργά οι σκιές σε μια μολυβένια απόχρωση, χορεύοντας σε κλειστό κύκλο και μένοντας κρυμμένες από τις φλόγες των αναμνήσεων. Γέρνουν στα ατημέλητα παραμύθια και κρύβουν εκεί μέσα την καταγωγή τους. Σε τέτοιες σκιές η αλήθεια ξεδιψάει από το ψέμα μου, και τα όνειρα λησμονούν τον ύπνο τους.
... στην γλώσσα μαζεύονται οι τανίνες, κι όλες οι γεύσεις ξυπνάνε για να δώσουν νέα ώθηση στις ταλαντώσεις της διάθεσης μου. Όλες οι προηγούμενες στιγμές ενώνονται και πλέκουν την δαντέλα της θλίψης, και χωρίς να προσέχουν την λερώνουν με δάκρυα χαράς. Ετοιμάζουν τα ρούχα της αμφιβολίας, και στριμώχνονται να χωρέσουν στην παρούσα γουλιά. Αρχίζει κι αδειάζει το ποτήρι, αρχίζει και γεμίζει το χαρτί.

...αφήνω όλες τις βεβαιότητες σε μια ξεχασμένη χώρα, και χωρίς καμία όρεξη τρυπώνω σε μύχιες σκέψεις, το μυαλό θαμπώνει. Αισθάνομαι, όπως η πόλη όταν την αγκαλιάζει η καταχνιά. Ζυγίζοντας τα σύννεφα ακούω τον καιρό που έρχεται, ερωτεύομαι τον αέρα και συντονίζω τους χτύπους της καρδιά μου με τις αστραπές. Για κοίτα, πως κατρακυλάνε οι βροντές μέσα στο κεφάλι μου.
... χάνω τον προσανατολισμό μου, γυρίζω σαν σβούρα για να κρατήσω την ισορροπία μου. Ξημερώνω μαζί με την βροχή και επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη γελώντας. Πρέπει να δοκιμάζω συνέχεια, για να είμαι σίγουρος . . . ότι το ποτήρι βρίσκεται μπροστά μου.
...βρεθήκαμε εδώ μαζί να ανιχνεύουμε τις αισθήσεις μας, να κοιταζόμαστε αινιγματικά και να μαζεύουμε κουράγιο. Αναζητούμε τον κοινό παρανομαστή, αλλά αυτός θα περιμένει μερικά ποτήρια ακόμη παραπάνω. Σε λίγο θα μεθύσουμε με τα αρώματα μας, θα διασταυρώσουμε τις ζωές μας αναζητώντας χιμαίρες, μόνο και μόνο για να διασκεδάσουμε την παροδικότητα μας.

... δεν είναι δυνατό να ζαλιστώ και να χαθώ σε κόσμους φαντασιακούς. Είναι μονάχα αρκετό για να κατασκευάσω τις φούσκες μου, να περιπλανηθώ μαζί τους στην επιφάνεια του υγρού. Καθώς θα διαλύομαι μαζί τους όμως, θα πρέπει να θυμηθώ να στείλω την μπουρμπούληθρα μου στο διάστημα. Αναμένω πάντα μια απάντηση, μέχρι το επόμενο ποτήρι.
... σας εύχομαι στην υγειά σας. Ευοί ευάν, μέχρι να αδειάσει το βαρέλι αυτό, γιατί ένα ποτήρι δεν φτάνει ποτέ, ούτε για να πάνε οι ευχές μου σε όλους, ούτε για να ξυπνήσει το παράλογο μέσα μου. Όμως: με ένα απλό ποτήρι κρασί...
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΥΠΙΟΥ - Β
Παρ’ όλες τις προβλέψεις, μονάχα κάποια βουβά κύματα μας δίνουν την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε ανοιχτό πέρασμα, ενώ η ζέστη αρχίζει και γίνεται αφόρητη. Έτσι αποφασίζουμε να το κόψουμε κατευθείαν για το στενό των Κουφονησίων, πορεία δηλαδή ανατολική, με στόχο να βγούμε κατευθείαν στην χώρα του Πάνω Κουφονησιού. Μάλιστα αρχίσαμε να ονειρευόμαστε πρωινό καφέ με τυρόπιτα στη χώρα. Με τέτοια διάθεση μας πήρε και μας σήκωσε…
Κι ενώ βρισκόμαστε στα ανοιχτά, κάπου στα μισά της βόρειας πλευράς του Κάτω Κουφονησίου, το μελτέμι (βορειοανατολικός) ξαφνικά αρχίζει και δυναμώνει. Η θάλασσα για άλλη μια φορά μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας και δείχνει το σκληρό της πρόσωπο. Ο αέρας, ο οποίος είναι αντίθετος στην πορεία μας, μέσα σε ελάχιστη ώρα έχει γεμίσει σε έξι-επτά μποφορ και η μόλις προ ολίγου λεπτών ήρεμη θάλασσα βγάζει φίδια, και μας χορεύει στο δικό της ρυθμό.
Χωρίς πολύ σκέψη για να αποφύγουμε την ταλαιπωρία (γνωρίζοντας ευτυχώς ότι στο στενό των νησιών ο αέρας βγαίνει από τον ασκό του Αιόλου), αλλάζουμε σχέδιο και κατεύθυνση. Επιτόπου αλλάγή πλεύση, παίρνοντας τον καιρό πρίμα ακολουθούμε την βόρεια ακτογραμμή του Κάτω νησιού. Επιστρέφουμε στο αρχικό σχέδιο και κινούμαστε τελικά προς το ακρωτήρι του Μεγάλου Γένουπα, όπου κι απαγκιάζει ο καιρός.
Αν και η αλλαγή σχεδίου είναι αναγκαστική, η πλεύση στην απάνεμη πλευρά του νησιού προσφέρει την ευκαιρία να αντικρίσουμε μαγικές εικόνες.

Η διαδρομή γίνεται "κρουαζέρια", κάθε κουπιά μας ταξιδεύει κανονικά, το μυαλό δεν σταματάει να ρουφάει τοπία. Περιπλέουμε τις απάνεμες πλευρές του νησιού, κι απόμακρες ως προς το μόλο του νησιού. Αν και το μέρος είναι πανέμορφο εμείς έχουμε στόχο να κατασκηνώσουμε στις παραλίες προς την πλευρά που βρίσκεται η ταβέρνα.
Με ήρεμο καιρό οι αποστάσεις γίνονται κοντινές, κι έχουμε ήδη ξεχάσει ότι ο καιρός πλέον έχει αλλάξει διάθεση. Περνάμε τον όρμο Πεζούλια με τις ήσυχες παραλίες και ανέμελοι κινούμαστε προς το ακρωτήρι που ορθώνεται μπροστά μας. Μόλις όμως φτάνουμε στην μύτη του Ακρωτηρίου Μικρού Γένοπα, μας έρχεται κατά μέτωπο για άλλη μια φορά ισχυρός βορειανατολικός άνεμος.
Για καλή μας τύχη υπάρχει μια βοτσαλωτή παραλία ακριβώς στην μύτη του ακρωτηρίου, όπου υποχωρούμε και βρίσκουμε καταφύγιο για ξεκούραση. Έπειτα από σχετική κουβέντα, η απόφαση μας είναι να βάλουμε όλες μας τις δυνάμεις για το πέρασμα του ακρωτηρίου. Ξεκινάμε την προσπάθεια, με την ελπίδα ότι η πίσω πλευρά του θα είναι σχετικά πιο ήρεμη, καθώς τα ακρωτήρια συνηθίζουν να κατεβάζουν δυνατά ρεύματα αέρα. Ξεκούραστοι και με ισχυρό πείσμα, καταφέρνουμε με πολύ κόπο να βγούμε στην πίσω πλευρά, όπου βρίσκεται και η μεγάλη και "κοσμική" παραλία Νερό. Αν και μετά το πέρασμα του ακρωτηρίου μειώνεται σχετικά η ένταση, απαιτούνται όμως ακόμη συνεχείς και "βαριές" κουπιές. Στην απέναντι πλευρά του όρμου Δέτη βρίσκουμε το δικό μας καταφύγιο, όπου θα γίνει μέρος κατασκήνωσης και χαλάρωσης.
Στα Κουφονήσια το μεγάλο ταξίδι έλαβε τέλος, κι από εκεί και πέρα ξεκίνησε η χαλάρωση και οι βόλτες. Φυσικά οι κουπιές συνεχίστηκαν για λίγο καθώς κάναμε διαδρομές προς Πάνω Κουφονήσι με το καγιάκ, ακόμη και τις μέρες που φυσούσε έντονα, για προμήθειες και διασκέδαση. Οι αποστάσεις ήταν μικρές και δεν υπήρχαν ανοιχτά περάσματα, που να εμπνέουν ανησυχία.
Μια μελαγχολία ξυπνάει καθώς αποσυναρμολογούμε τα σκάφη για τα φορτώσουμε στο πλοίο. Τώρα πια μοιάζουν με παροπλισμένα κουφάρια, και μας υπόσχονται ταξίδια μακρινά σε μελλοντικές θάλασσες. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο πολύ μοιάζει με μακρινό όνειρο, μια ανάμνηση από μια απραγματοποιήτη επιθυμία. Κόντρα στο παρόν, συνεχίζουμε να τραβάμε κουπί... μέχρι να φτάσουμε στην απέναντι πλευρά του ορίζοντα.
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΥΠΙΟΥ - Α
Ο αέρας δεν έχει ξυπνήσει ακόμη, αλλά το μπουγάζι της Παροναξίας δεν ηρεμεί ποτέ. Μόλις απομακρυνόμαστε από την ακτή, η θάλασσα είναι φουσκωμένη και παίζουμε κρυφτό ανάμεσα στις κοιλάδες που σχηματίζουνε τα κύματα. Η οπτική επαφή μεταξύ των δύο καγιάκ είναι σχετική. Τελικά σε λιγότερο από μία ώρα καταφέρνουμε να φτάσουμε απέναντι και παίρνουμε πορεία πλεύσης παράληλλα με την δυτική ακτογραμμή της Νάξου. Είναι ακόμα τόσο νωρίς, που οι παραλίες του Αγίου Προκόπιου και Αγίας Άννας, είναι έρημες θυμίζοντας χειμωνιάτικο τοπίο, αν και σε λίγη ώρα θα σφύζουν από ζωή.
Αργότερα αντικρίζουμε τον κάβο Κουρούπια, όπου στον όρμο που σχηματίζεται βρίσκεται το Πυργάκι. Σε μια μικρή παραλία, στο Άλυκο θα βρούμε προσωρινό απάγκιο για να κάνουμε την πρώτη μεγάλη στάση, πατώντας στεριά έπειτα από τεσσερις ώρες και κάτι. Μπορεί ο αέρας να έχει δυναμώσει κι άλλο την ένταση καθώς μεσημεριάζει, αλλά αυτό σημαίνει για μας ακόμα ταχύτερο ρυθμό. Λίγο ακόμα και θα γίνουμε ταχύπλοα…

Αν εξαιρέσεις τις τρελο-σπηλιάδες (απότομες ριπές), που κόντεψαν να πάρουν μια σκηνή στη θάλασσα και να παρασύρουν το μονοθέσιο στο Αιγαίο πέλαγος βραδυάτικα, η νύχτα κύλησε ήσυχα. Σε μια τέτοια τρελή κατεβασιά, ένα εξάρτημα της κουβέρτας του μονοθέσιου εξαφανίστηκε. Μονάχα στην συνέχεια θα αποδεικνυόταν πόσο σημαντική απώλεια ήταν. Μια φωτιά ανάβουμε για συντροφιά με τις σπίθες να απλώνονται πάνω από τη θάλασσα και να μας στέλνουν προειδοποίηση για την συνέχεια, αλλά εμείς βλέπαμε μόνο πόσο όμορφα χορεύανε και έτσι γλυκά αποκοιμηθήκαμε.
Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009
ΑΝΕΜΟΜΑΖΩΜΑΤΑ...
Φιλοσοφίες για το πως θα βλέπουν οι ιστορικοί του μέλλοντος τα δικά μας συστήματα και δομές εξουσίας. Θα συμπεράνουν τελικά ότι ήταν μια εποχή με αγώνα προς το καλύτερο ή μια σκοτεινή εποχή όπου κοινωνίες παρακμάζαν; Βέβαια κάποιος πιο απαισιόδοξος θα ισχυριστεί ότι δεν θα υπάρξει μέλλον, οπότε τσάμπα αναζητήσεις.
Κι όλα αυτά τα στατιστικά στοιχεία που πλασάρονται, χωρίς κανένα έλεγχο πόσο με ζαλίζουν. Νούμερα ανεβοκατεβαίνουν σαν ασανσερ, αριθμοί που τοποθετούνται μπροστά από λέξεις για να τους δώσουνε περισσότερο κύρος. Κι ενώ γίνονται εξαντλητικές αναλύσεις και χτίζονται προγράμματα σε τέτοια στοιχεία, πολλές φορές είναι τόσο αληθινά όσο η άκρη του ουράνιου τόξου. Ακόμη μου προξενεί εντύπωση όμως, πόσο εύκολα βαφτίζουν απόψεις ως δεδομένα, τα αποδέχονται όλοι όσοι τα αναπαράγουν, και ξαφνικά μετατρέπονται σε αιώνιες αλήθειες. Κι αν οι βάσεις είναι σαθρές;
Μεθυσμένη εκλογολογία πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα, βρωμάει ο τόπος υποσχέσεις κι αναλύσεις. Πολιτικάντηδες και νούμερα μας περιβάλλουν, αντί να εμπμνέουν, γεννούν μια αποστροφή κι μια αηδία. Κερδισμένοι και χαμένοι έχουν το ίδιο μέγεθος κοιλιάς. Και στην απέναντι όχθη, άνθρώποι που γκρινιάζουν για τα πάντα, αλλά δεν αντιδράνε για τίποτα και αναλώνονται στην μεμψιμοιρία. Κάποια στιγμή πρέπει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη.
Πρέπει να νοιώθουμε πολιτικά ενεργοί επειδή ψηφίζουμε; Πρέπει να νοιώθουμε συνειδητοποιημένοι, επειδή ξέρουμε ότι μας κοροϊδεύουν; Αυτές οι φιλοσοφίες που έλεγα επιστρέφουν άνευ νοήματος, αλλά πως να μην αναρωτηθώ τι σημαίνει ενεργός πολίτης, τι σημαίνει η δράση στα κοινά. Σκέφτομαι μήπως ήταν καλύτερα να ρίχναμε κλήρο για κάποια δημόσια αξιώματα, -ένα από τα ξεχασμένα στοιχεία της αθηναϊκής Δημοκρατίας. Μπορούμε να επικαλεστούμε τον Μίνωα, τον Αιακό και τον Ραδάμανθη, να δικάσουν όλους του πολιτικούς και τις φλυαρίες τους;
Τέτοια εποχή οι λέξεις αλλάζουν αποκτούν άλλη βαρύτητα, κι ο κόσμος μαθαίνει νέες έννοιες, όπως πράσινη ανάπτυξη, αειφορία, υπευθυνότητα, δημόσια υγεία, δωρεαν παιδεία... Την ελεύθερη μετάφραση όλων αυτών των εννοιών την αφήνω, ως άσκηση για το σπίτι. Όμορφος κόσμος αγγελικά πλασμένος, αλήθεια σε ποιο παράλληλο σύμπαν ζω εγώ κι όλα μου φαίνονται στραβά.
Μάλλον στραβός θα είναι ο γιαλός, οπότε δεν πρέπει να αγχωνόμαστε. Ας ψηφίσουμε, κι ας πάμε ήσυχοι για ύπνο. Έπειτα σκεφτόμαστε: "Εμείς θα βγάλουμε το φίδι από την τρύπα;" Απλώς θα πρέπει να προσέχουμε, μην βγει το φίδι μόνο του και αρχίσει να μας κυνηγάει.
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009
Ισημερία στην Πόλη
Μα δεν μπορείς να επιστρέψεις πίσω ακόμη, χαζεύεις τα σύννεφα καθώς πλέουν σε ένα γαλάζιο ουρανό και τα μάτια σου αρνούνται να προσαρμοστούν στο γκρίζο φόντο. Κοιτάζεις τις άσπρες τούφες που λάμπουν και μοιάζουν να χορεύουν, καθώς δημιουργούνται και καταστρέφονται, όσο οι αστάθειες κυριαρχούν σε όλη την ατμόσφαιρα.
Ο αέρας είναι τόσο ηλεκτρισμένος, που νοιώθεις ότι ο επόμενος κεραυνός θα πέσει πάνω σου. Να είναι άραγε όλα αυτά χαρακτηριστικά του καιρού, ή μήπως πηγάζουν από τα σωθικά σου; Όμως μια δύναμη σε έλκει στα έγκατα της πόλης, εκεί που όλες οι εποχές είναι οι ίδιες, προσπαθεί να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Κλεφτές ματιές στα χρώματα του δειλινού που αφήνεις στον πάνω κόσμο, και έστω για λίγο βάφουν τον ουρανό με τις αποχρώσεις της μοναξιά σου.
Μέχρι να εμφανιστείς ξανά στην επιφάνεια, φθινοπωρινή βροχή έρχεται ακάλεστη και σκορπίζει το καλοκαίρι στους υπονόμους. Πόσο θα ήθελες να μυρίζει χώμα.. Αντ' αυτού, μια περίεργη μυρωδιά ιδρώτα και δροσιάς αναδίδεται από τα διψασμένα τσιμέντα.
Δεν θυμάσαι ποιος σε έπεισε να γυρίσεις τόσο γρήγορα, αλλά σίγουρα εσύ φταις που τον άκουσες. Όμως έχεις ήδη αρχίσει να επεξεργάζεσαι τον τρόπο για να διακτινιστείς στην επόμενη ισημερία. Θα περάσεις τον χειμώνα μέσα από μια μαύρη τρύπα και θα εμφανιστείς την άνοιξη με λουλούδια στα μαλλιά.
Εκεί στην άκρη του ουρανού θα περιμένεις το σύννεφο του χαμού, την ώρα που η καταιγίδα ετοιμάζεται να βροντήξει στο κεφάλι σου, την στιγμή που η βροντή κυλάει σαν άδειο βαρέλι σε κατηφόρα. Τότε δεν πρόκειται να τρέξεις να κρυφτείς, με μια γαλήνια προσμονή θα κάτσεις να υποδεχτείς τα στοιχειά της φύσης για να φύγεις μαζί τους.
Αλλιώς κάθε λεπτό που παραμένεις κολλημένος σε τούτους τους δρόμους, τρέχεις κι ένα βήμα πιο γρήγορα. Κάθε ώρα που μένεις πίσω αρχίζει και βαραίνει, αποκτώντας αξία παραμονής. Πριν καλά καλά το καταλάβεις, θα βλέπεις την βροχή και θα τρέχεις να την αποφύγεις. Αν μείνεις λίγο παραπάνω, τότε σίγουρα θα ξαναγίνεις και πάλι ένα συστατικό από την τρέλα της πόλης.
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009
Ηλιοβασίλεμα Σεπτέμβρη
Τυλιγμένος στα φθινοπωρινά σύννεφα, αφήνομαι στη νοσταλγία του καλοκαιριού, που φαίνεται να σβήνει τα χνάρια του στην άμμο. Ένα κομμάτι μου μένει πίσω στο νησί, που στάζει μέλι και τέτοια εποχή αξίζει να το νοιώσεις και πάλι να αναπνέει το δικό του αέρα. Και τότε ξέθαψα ένα παλιό κείμενο, το οποίο τροποποιήσα ολίγον (για όσους το είχαν διαβάσει και παλιότερα).
...
Το φθινόπωρο μας ταξιδεύει μακριά, ρίχνει την πνοή του και την ανάσα του στις μνήμες μας. Καθώς κυλάει ο ήλιος όλο και πιο γρήγορα στο απέραντο πέλαγος, χάνουμε τον προσανατολισμό, βουλιάζουμε στη μέση μιας χρονικής τρικυμίας. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας γίνoνται κεραμικές φιγούρες σε τουριστικά μαγαζιά, τα οικόσιτα ζώα φόντο σε καρτ-ποστάλ. Τα γκαρίσματα προέρχονται πια από αλλού.
Όλες αυτές οι ζωές λιώσαν από μόχθο, ιδρώτα και κάποιοι τις μετατρέπουν σε γραφικότητα και μακρινή ανάμνηση. Που τσούλησες χρόνε της ερημοσύνης σου και της ατελείωτης μοναξιάς; Γέρασαν τα μοντέρνα κτίρια και χάσκουν κοιτώντας κουρασμένα τη θάλασσα.
Τα μικροαστικά όνειρα λύγισαν και ένα ποτάμι από όλο τον κόσμο σάρωσε συνήθεις και παραδόσεις αιώνων. Δύο γενιές χρειάστηκε να περάσουν, για να μεταμορφωθεί το κτήμα σε οικόπεδο, η κακομοιριά σε καλοτυχία, η φιλοξενία σε τουρισμό. Το χώμα στέναξε και τα χωράφια μείνανε χέρσα, τα αμπέλια ρημάξαν και οι πεζούλες μείνανε μετέωρες σαν αρχαία μνημεία. Δομείται κάθε σπιθαμή γης, και αποδομείται κάθε γαλήνη κι ηρεμία του τοπίου.
Δέκα όνειρα κι ένα ναυάγιο μπορούν μονάχα να περιγράψουν ετούτο το νησί. Μάλλον εμείς μείναμε μερικές δεκαετίες πίσω, πριν ακόμα μπούμε στο ράφι της ιστορίας. Και οι βουλισμάδες στην ψυχή μας δεν μπορούν να επισκευαστούν από καμία παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Το γκρίζο τσιμέντο αγκαλιάζει ολόκληρα βουνά, και οι θάλασσες βάφονται πολύχρωμες από τα σκουπίδια. Όμορφος, που είναι ο πολιτισμός της ανάπτυξης που τάξανε πριν σαράντα χρόνια.
Κάθε Σεπτέμβρης και η μαύρη μέρα του, κάθε δάκρυ και ένα πρωτοβρόχι. Γίνηκε ο κόσμος τόσο μεγάλος, και η πόλη ήρθε σε τούτο τον τόπο με τόσο ορμή που έλιωσε κάθε γωνιά αντίστασης. Δεν γνωρίζω ούτε καν το δρόμο για το χωριό μου... Κάθε χρόνο γίνομαι γέρος στον τόπο μου, αναπολώντας και ζώντας στις ψευδαίσθησεις μου. Αναζητώ κάθε τέτοια εποχή αν έχει μείνει κάτι όρθιο μέσα σε τούτο τον ορυμαγδό.
"Για το νησί της πρώην άγονης γραμμής"
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009
Απαγορευτικό Απόπλου - 3


Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009
Απόσταγμα Φωτός
Με ανοιχτά μάτια ταξιδεύω σε άλλο χρόνο, σε άλλο τόπο. Φεγγάρι που δύει οριοθετώντας το σύνορο των παράλληλων κόσμων, αισθάνομαι να βρίσκομαι στο καΐκι, το ημερολόγιο να δείχνει δεκαπέντε του μήνα, κι η νύχτα να γεμίζει πυροτεχνήματα. Πισσαρισμένες πυγολαμπίδες φωτίζουν την απέναντι ακτογραμμή και όλη η χώρα του νησιού να χάνεται μέσα σε μια ομίχλη καπνογόνων. Πόσο περίεργο φαίνεται από μακρυά, ένα πανηγύρι σφηνωμένο σε μια πένθιμη γιορτή. Δυνάμωσε την μουσική, κι άσε μας να χορέψουμε ως το πρωί.

Ανοίγω τα μάτια, μα εκείνα ξεφυλλίζουν φωτογραφίες αποτυπωμένες στο δέρμα μου, στις μυρωδιές του ψακομένου πεπονιού, σε παστέλια αραδιασμένα σε μια χούφτα υποσχέσεων, σε κουπιά που πλήγιασαν τα χέρια μου τραβώντας κουπί κόντρα στο βοριά. Η εικόνα σου με στοιχειώνει... Όχι η δικιά σου, την αφήνω να φύγει μακρυά, να με αφήσει ήσυχο για τα καλά (και για τα κακά). Μα εγώ μιλάω για την δικιά σου εικόνα, την μαγική που έρχεται και με κομματιάζει, για να μου δώσει έπειτα μορφές, να μου δώσει χίλια ονόματα, να μεταμορφώσει τα ψέματα σε αλήθειες. Μιλάω για την εικόνα σου που με κάνει να αισθάνομαι φωτιές, μου ανατρέπει την λογική, και με κάνει να κλαίω σαν μωρό παιδί.
Το φως γίνεται πιο έντονο, αλλά κρατάω ακόμα κλειστά τα μάτια και προσπαθώ να διακρίνω μέσα από τις αναλαμπές και τις σκιές. Με ξέβρασε μια ακτίνα του ήλιου σε μια άγνωστη παραλία. Πόσο απλά γέμιζε η μέρα με θάλασσα ατελείωτη, με ήλιο να καίει μέχρι το κόκαλο, φτηνό ποτό και μυρωδιά ηφαιστείου. Κάπου εκεί ανάμεσα, στην σκουρόχρωμη παραλία έχασα το μαύρο πετράδι, που κουβαλούσα όλο αυτόν τον καιρό. Μπορεί και να μου έπεσε στα μονοπάτια που φιδοσέρνονται μεταξύ βάτων κι απέραντου γαλάζιου. Τι σημασία έχει;

Μια εσωτερική αντάκλαση με χτυπάει σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Στην καρδιά του καλοκαιριού, βρήκα μια αγκαλιά, βούτηξα στο άπειρο και τώρα προσπαθώ να βγάλω μια ιστορία, που όμως δεν θέλει να γραφτεί. Και η συνάντηση με τον σκορπιό, όλο κι αναβάλλεται, αλλά εγώ τον περιμένω. Στις βραδινές διαδρομές παραφυλάνε κουκουβάγιες, μπαίνουν στο δρόμο μου και τον κλείνουν. Φέρε καρπούζι, φέρε και μαχαίρι, δεν πρόκειται να φύγω αν δεν το φάω όλο. Απόψε είμαι δικός σου, μα μονάχα για απόψε...Αύριο θα τρέξω και πάλι μακρυά, θα συναγωνιστώ με τα βράχια και θα μετρηθώ με τα κύματα της θάλασσας. Μην προσπαθείς να με πιάσεις, θα καταφέρεις μονάχα να με χάσεις.
Αντί όμως να αρχίσω και βλέπω καθαρά, ξαφνικά όλα θολώνουν. Στάσου, θέλω να χαζέψω την ανατολή πάνω από τα αρχαία τείχη. Κοιτάζω επίμονα, μα ο ήλιος δεν προβάλει. Η πρωινή άχλη μας αγκαλιάζει με μια αφύσικη μελαγχολία και τα χρώματα ξεθωριάζουν πριν προλάβω να αναλογιστώ. Τελικά τι μάζεψα από τα μέρη που πήγα; Κι ενώ νόμιζα ότι συλλέγω ανάσες και αρώματα, βρέθηκα να κουβαλάω μονάχα βότσαλα κι αρμύρα. Κι όσους αχινούς έπιασα, γέμισαν τα χέρια μου αγκάθια. Ο ύπνος που ονειρεύτηκα τυλίχτηκε σε κοφτερά βράχια και ξύπνησα γεμάτος πληγές... Δεν έχουν νόημα ετούτες οι σκέψεις, απλώς θα ρίξω άλλη μια βουτιά, γιατί σίγουρα όπου κολύμπησα γέμισα τουλάχιστον δροσιά και χαρά. Άραγε το νερό να έχει μνήμες; Άραγε η θάλασσα να μπορεί να κρατήσει μυστικά; Μπορεί να θυμηθεί τις αυλακιές που της χαράζω, καθώς γλυστράω μέσα της;

Μέσα στην αναμπουμπούλα ετούτη, νοιώθω την αναπνοή μου να χάνεται. Καθώς θειάφι διαπερνάει τα ρουθούνια μου, όλες οι εικόνες διαλύονται στις αναθυμιάσεις. Ακούω την βαθιά ανάσα του καλοκαιριού μέσα από τα έγκατα της γης, και οι δαιμόνοι στήνουν τρελό χορό στην άκρη του γκρεμού. Πίνω στην υγειά τους, και μαθαίνω τα βήματα τους παραπατώντας στο κενό.
Μάταια προσπαθώ να πάρω μεγάλες ανάσες, ο λαιμός καίγεται και τα μάτια δακρύζουν. Γιατί νοιώθω να ζαλίζομαι; Ποιος γεμίζει τα ποτήρια; Αρχίζω να τρέχω πάλι προς τα αμπέλια που τ’ αφήσαν χέρσα, να τρυγήσω ανεμελιά. Και τσαμπί το τσαμπί, γέμισε η καλάθα και έτσι έφτιαξα νέο κρασί. Κάθε ρόγα που λιώνει, ψιθυρίζει τις δικές της αμαρτίες, κάθε σαρδελιό μούστου βράζει γεμάτο από νέες υποσχέσεις για μελλοντικά μεθύσια. Δεν χρειάζομαι βαρέλι ετούτη την φορά. Μέσα σε μια μποτίλια κρασί, χώρεσε όλη η καλοκαιρινή μου αγωνία. Δειλά δειλά, πλησιάζουν κι οι αγγέλοι, θέλουν να πιουν και να χορέψουν μαζί μας κι αυτοί. Γαλήνη και τρέλα μπλέκονται εδώ μέσα στα μαλλιά μας και άμμος παχιά τρυπώνει στα μυαλά μας.

Πλησιάζω στο τέλος πλέον, και δεν έχω βρει ακόμη την αρχή. Οι διαδρομές ανακυκλώνονται και συναντιούνται πάνω στα χαμόγελα μας. Το σκοτάδι της μνήμης σπάζει από τα φωτεινά νήματα που στέλνουν οι παροπλισμένοι φάροι ανεκπλήρωτων ευχών. Αθόρυβα με οδηγούν σε παράξενα βουνά, όπου ο χρόνος κυλάει προς τα πίσω. Τότε καταλαβαίνω ότι όλη μου η πορεία διαγράφει μια ασυνεχής γραμμή, μια α-πορεία, μια ακόμη από τις πολλές τρύπες στο νερό της ανθρώπινης προσμονής. Και όλες οι απαντήσεις που στίβαζα σε σωρούς ελαφρόπετρας, σκορπίσαν με το πρώτο μελτέμι. Τόσες αναζητήσεις για να καταλήξω σε μια μεγάλη απορία, ίσα ίσα για να γεμίζω τις λευκές σελίδες μου, κάτι να μένει καρφωμένο στο χρόνο μου.
Ξυπνάω ιδρωμένος, ένα παραλήρημα που αφήνει γύρω μου σπασμένα καλοκαιρινά κανάτια. Ξυπνάω αγχωμένος, με μια παράλογη ιστορία στο μυαλό αρνούμενος να την καταγράψω. Τα αφήνω όλα χάμω, πάνω στον έρημο δρόμο, και φτιάχνω καινούρια σχέδια πάνω στην άσφαλτο για την επόμενη διαφυγή.
Ακόμα να σταματήσω να τρέχω... μέχρι να τελειώσει το νερό.
Ακόμα να σταματήσω να πηγαίνω όλο και πιο βαθιά... μέχρι να μου τελειώσει η αναπνοή.
Ακόμα να σταματήσω να δοκιμάζω τον φόβο του ιλλίγου... μέχρι να πέσω στραβά.
Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009
Θερινή Περιπλάνηση
-Βεβαίως, αυτό υποσχέθηκα, όχι όμως και τον ήλιο. Αυτό πρέπει μόνο σου να ψάξεις και να τον βρεις.
-Προς τα που να πάω όμως; Σε μικρές παραλίες, σε απότομες πλαγιές, σε λάγνες αγκαλιές...
-Πάρε το σακίδιο σου και φύγε. Κι όπου σε βγάλει... Χωρίς απαντήσεις... Χωρίς καν ερωτήσεις...
-Και πόσες σκέψεις να κουβαλήσω μαζί μου; Να πάω άδειος ή γεμάτος;
-Άνοιξε ένα καλό βιβλίο, και θα τις βρεις όλες μπροστά σου. Κάθε κεφάλαιο, θα λύνει και θα δένει την ψυχή σου, θα διασκεδάζει τις ανησυχίες σου.
-Τουλάχιστον δώσε μου τον άγριο άνεμο. Δώσε μου φουρτούνες στο ταξίδι, δώσε ριπές να σκίσουν τα πανιά .
-Ίσως και να σου δώσω κάμποσο. Πόσο ισχυρό θα ήθελες;
-Τρελά μποφόρ... Στείλε τελώνια και δαιμόνια, άνοιξε τους ασκούς τους αιόλους και πάρε με μακρυά...
ΥΓ: Προσωρινά, το ιστολόγιο θα απουσιάσει για διακοπές. Καλή αντάμωση στα κύματα.
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009
Στη Δίνη της Στιγμής
Βήματα πάνω στην καυτή άσφαλτο, νερό που στάζει από τα κλιματιστικά, σπασμένα μυαλά από αϋπνία, μάλλον πήρες λάθος δρόμος για την παραλία. Ίσως κι όχι, γιατί ξέρεις ότι σε κάθε γωνία και μια συνάντηση, σε κάθε βλέμμα στόματα γεμάτα υποσχέσεις, κι μερικά λουλούδια γεμάτα κρυφές επιθυμίες. Όλα ετούτα αναδύονται από το βάθος του ωκεανού, και σπάζουν φράγματα και στεγανά. Ισχυρά ηλεκτρικά ρεύματα σε διαπερνούν και σε αποσυντονίζουν.

Κοιμάσαι με το καλοκαίρι και ξυπνάς με τον χειμώνα, μαξιλάρι τα φθινοπωρινά χρώματα, και στρώμα μνήμης το απέραντο γαλάζιο, παράξενο το πόσο εύκολα μπορείς να πνιγείς... Αλήθεια δεν κατάλαβες, πως ξύπνησες στη μέση της νύχτας, αφού δεν κοιμήθηκες ποτέ;


Κυριακή 21 Ιουνίου 2009
Παρνασσός, ο Γνωστός-Άγνωστος
Η πορεία αυτή είναι μια πιο επίπονη ανάβαση για Τσάρες, αλλά περνάει μέσα από άγρια και πανέμορφα κομμάτια του βουνού, το οποίο φαίνεται να κρύβει πολλές εκπλήξεις. Στο τελευταίο μέρος όμως δεν υπάρχει καν χάραξη, και χρειάζεται προσοχή στον προσανατολισμό και στα περάσματα των ρεματιών. Καλύτερα η πρώτη προσέγγιση να γίνεται ανάβαση από Τιθορέα.
Δεν καιγόμαστε να ξεκινήσουμε νωρίς από Αθήνα, τελικά όμως μας καίει ολίγον ο ήλιος στην αρχή. Ξεκινάμε από Τιθορέα αρχικά το κλασικό μονοπάτι για Τσάρες. Όμως στο σημείο που κατεβαίνει για να κόψει την ρεματιά, το αφήνουμε και ακολουθούμε την χάραξη του αγωγού. Από το σημείο αυτό η σήμανση είναι αραιή και γίνεται κυρίως με κορδέλες, και έχουμε στα δύσκολα ως σημείο αναφοράς τον αγωγό. Αρχικά η βλάστηση είναι χαμηλή με πουρνάρια και πρέπει να προσέξουμε ειδικά στην αρχή, ώστε να μην χάσουμε το μονοπάτι, καθώς υπάρχει χάραξη που οδηγεί σε κάποια στάνη.Εμείς πρέπει να ανηφορίσουμε μέσα από κλαδισμένο μονοπάτι και να περάσουμε κοντά στα απότομα βράχια με τις σπηλιές του Ανδρούτσου. Στο σημείο αυτό αρχίζουν δειλά δειλά να εμφανίζονται τα έλατα και να μας προστατεύουν από τον έντονο ήλιο. Σε όλη αυτήν πορεία συναντάμε συνεχώς μικρές δεξαμενές του αγωγού, οι οποίες και επιβεβαίωνουν την πορεία μας.
Φτάνουμε σε μικρό ώμο, και από εκεί αρχίζει να υπάρχει εμφανώς χαραγμένο μονοπάτι μέσα από σάρες και απότομες πλαγιές. Έπειτα μπαίνουμε ξανά σε ελατοδάσος και ανηφορίζουμε έντονα, ακολουθώντας τις τραβέρσες. Περίπου σε 2 ώρες φτάνουμε σε ώμο, με εντυπωσιακή θέα. Το σημείο είναι ιδανικό για κατασκήνωση. Από εδώ υπάρχει και μονοπάτι που φεύγει προς Βρωμόβρυση και σύμφωνα με ταμπέλα προς κάποιο καταρράκτη.
Από εδώ και πέρα δεν ανηφορίζουμε πλέον, αλλά κινούμαστε παράλληλα με την πλαγιά. Επίσης από εδώ και πέρα, σημείο αυτό η σήμανση χάνεται. Μόνο κάτι ξεβαμμένα μπλε σήματα επιβεβαίωνουν την πορεία μας, αλλά προς το παρόν η πορεία είναι εμφανής και φτάνουμε σύντομα στην ρεματιά Ποτιστήδες. Το κατέβασμα σε αυτήν γίνεται από σχετικά απόκρημνη πλαγιά, χωρίς όμως κανένα πρόβλημα. Το τοπίο είναι καταπληκτικό, ενώ ένας καταρράκτης που ξεκινάει από πολύ ψηλά συμπληρώνει την άγρια ομορφιά του τοπίου. Κοιτάω γύρω μου, μήπως δω καμιά νεράιδα να χορεύει. Ο Παρνασσός μας κρύβει ακόμα πολλές εκπλήξεις, όσες φορές και να τον έχουμε περπατήσει.
Κι όμως κατεβαίνει μονοπάτι άφοβα.
Ακολουθώντας ένα μπλε βέλος, δεν κινούμαστε με την υπόδειξη του χάρτη, και ανεβαίνουμε απότομα κόβοντας τον καταρράκτη και ανηφορίζουμε έντονα για να βρούμε λίγο πιο ψηλά μια εμφανής χάραξη. (Υποθετικά είναι το μονοπάτι που έδειχνε ο χάρτης ότι ξεκινούσε λίγο πιο μέσα στη ρεματιά).
Εύκολα οδηγούμαστε σε ώμο με ερείπια στάνης. Εδώ σταματάνε τα σημάδια και η χάραξη γίνεται ασαφής. Κοινώς αρχίζει η ιχνηλάτηση. Παραβλέπουμε χάρτη και GPS, και ακολουθούμε κόκκινα σημάδια που αποδεικνύονται όμως ότι δεν έχουν σχέση με την δικιά μας πορεία. Τελικά βρίσκουμε την γενική κατεύθυνση μέσα από σάρες και κλαδισμένο μονοπάτι. Βρισκόμαστε στην λεγόμενη Διαολόστρατα, από όπου έχουμε καταπληκτική θέα προς την απότομη πλευρά του Ανατολικού Παρνασσού (Σέσι-Χιονοκάρκαρος, απ’ όπου κάποτε είχα ψάξει πέρασμα για κάνω κόψιμο προς Τσάρες).
Χάραξη δεν υπάρχει, παρά μονάχα γιδόστρατα κι ενίοτε σβησμένα κόκκινα σημάδια. Σε αυτό το σημείο πρέπει να προσέξουμε, καθότι σε ορισμένα σημεία τα περάσματα είναι συγκεκριμένα, και οι πλαγιές γύρω μας είναι αδιάβατες. Τραβερσάροντας ακόμη μία ρεματιά για να βρούμε το κόψιμο της, στην Τρύπη, όπου κι εδώ το νέρο ρέει ορμητικό. Το τοπίο κι εδώ υποβλητικό, καθώς την περιτριγυρίζουν βράχια κοφτά κι απροσπέλαστα σημεία. Καταρράκτη δεν βλέπουμε, αλλά τον ακούμε το νερό να σπάζει σε κάποια χαμηλότερα βράχια.
Από εκεί ανάμεσα περάσαμε, κι όμως δεν είναι αδιάβατα
Βρισκόμαστε σε εύθυμη διάθεση, και έχοντας άπλετο χρόνο ανανεωνόμαστε στην πηγή, βάζουμε μπύρες να παγώσουν!!! κι ετοιμαζόμαστε για το βραδυνό μας. Με θέα όλο το φαράγγι στα πόδια μας, και με μουσική το κελάρυσμα ενός καταρράκτη χαμένου σε γκρεμούς, ξεκινάει το γλέντι. Μαγείρεμα με σεφ Σταμ, φαΐ και αμπελοφιλοσοφία. Η βραδιά είναι τόσο γλυκιά, που δεν σου κάνει κέφι να τρυπώσεις από νωρίς στην σκηνή. Τελικά εκεί θα καταλήξουμε, αλλά αφού έχει πέσει το βαρύ σκοτάδι.

Πρωινό ξύπνημα και μια κούπα ζεστό τσάι για να μας δώσει ζεστασιά και ενέργεια. Ξεκινάμε από νωρίς για την μεγάλη κυκλική πορεία προς τα αλπικά τοπία του βουνού. Ακολουθούμε σαφή χαράξη της ρεματιάς που καταλήγει στις Τσάρες και σχηματίζεται από τα Μαύρα Λιθάρια και τις Τρεις Τσούμπες. Μονοπάτι καλοχαραγμένο οδηγεί σε μαντρί-στάνη. Από εκεί δεν υπάρχει πλέον σαφή χάραξη, αλλά η γενική κατεύθυνση είναι προφανής, καθώς ανεβαίνουμε πάντα την ρεματιά. Το χιόνι έχει αρχίσει να εμφανίζεται όλο και σε μεγαλύτερη συχνότητα.
Σύντομα αντικρύζουμε την Μπαιντανοράχη σκεπασμένη ολόκληρη από χιόνι, και αποφασίζουμε να χαράξουμε δικιά μας πορεία, γλιτώνοντας δρόμο και χιόνι, τουλάχιστον στην αρχή. Έτσι αρχίζουμε να κινούμαστε στην Αρκουδοράχη, κερδίζοντας συνεχώς υψόμετρο. Όπου χρειάζεται κάνουμε και λίγο σκαρφάλωμα, και τελικά συναντάμε το μονοπάτι 22 σε μικρή λάκκα. Από το σημείο αυτό και πέρα, η πορεία μας γίνεται σε χιονισμένο τοπίο. Εδώ ο χειμώνας αρνείται να παραχωρήσει τη θέση του, αλλά είναι και ό λόγος που το νερό ρέει άφθονο στα χαμηλότερα σημεία.
Κάνουμε μια μεγάλη στάση πάνω από τους γκρεμούς που κοιτάζουν προς Αράχωβα, Ιτέα, στην Τσαρκόλακκα και δεν χορταίνουμε το τοπίο. Ακολουθούμε αρχικά το μονοπάτι 22, συνεχίζοντας την πορεία μας μέσα στο λευκό πέπλο, που σε ορισμένα σημεία φτάνει ακόμα και στο ύψος των στήλων σήμανσης. Μετά από 3:30 ώρες περίπου καταλήγουμε στον Τσάρκο. Από εδώ και πέρα συναντάμε κι άλλα ανθρώπινα ίχνη από πεζοπόρους και ορειβάτες σκιέρ.
Έτοιμος για απογείωση
Έτσι ξεκινάμε την τρελή κατάβαση, μέσα από μαλακό χιόνι χωρίς γκέτες και χωρίς αδιάβροχα παπούτσια. Όπου είναι δυνατόν, αφηνόμαστε να γλυστρήσουμε στην πλαγιά, αντί να περπατήσουμε. Καλοκαιρινοί πεζοπόροι σε χειμωνιάτιο φόντο, αισθανόμαστε σαν να κολυμπάμε γυμνοί σε θάλασσα χιονιού. Πολύ γρήγορα φτάνουμε στην Λιθαρόστρουγκα, και πέρνουμε το σημαδεμένο μονοπάτι προς Τσάρες. Επιστροφή στη βάση, μετά από σύνολο 5 ωρών και κάτι, ολόκληρη η διαδρομή με το κόψιμο.
Χαλάρωση για λίγο και έπειτα μάζεμα και πορεία για το χωριό. Διαλέγουμε για την επιστροφή μας την κλασική διαδρομή μέσα από το ελατοδάσος και πορεία σε ομαλή ράχη (2:45 ώρες περίπου). Δεν μετράω πια τις φορές που έχω περάσει από τούτο το μονοπάτι. Κάνουμε την διαδρομή πιο ενδιαφέρον, αναζητώντας μανιτάρια, για τα οποία ο φίλος μου είναι βέβαιος ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση δηλητηρίασης. Τουλάχιστον να βρίσκαμε και κάποια από τα παραισθησιογόνα, να ξαναγυρνούσαμε στα μαγεμένα μέρη του βουνού, όταν κλεινόμαστε στους τέσσερις τοίχου της εικονικής μας πραγματικότητας. Μια τελευταία ανάσα, μια τελευταία φωτογραφία, και άντε πάλι πίσω στο δάσος του τσιμέντου, ζέστης. Αλήθεια, γιατί δεν παίρνουμε τα βουνά;


Μήπως να κάνω μια βουτιά;