Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Πάθος Βιβλικό


Βρίσκομαι μόνος στο δωμάτιο, και μετράω τα βιβλία μου. Θέλω να τα ανοίξω όλα και να τα διαβάσω ταυτόχρονα, θέλω να βρίσκομαι σε όλες τις εποχές μαζί με όλους τους ήρωες, να λιώνω στους στίχους και να ρουφάω όλες τις εικόνες. Εδώ είμαι για άλλη μια φορά, παρέα με την μοναξιά μου και την απολαμβάνω. Κάποτε με φόβιζε και την απόδιωχνα με οποιαδήποτε ευκαιρία. Τώρα μου αρέσει, και την αναζητάω όταν η καθημερινότητα με κουράζει.
Ύστερα θυμάμαι, σαν παιδί μετρούσα τα άστρα, όπως εκείνος ο ήρωας του βιβλίου του Λουντέμη. Σαν έφηβος μετρούσα τα θηλυκα κορμιά που περνούσαν από μπροστά μου και προσπαθούσα να κρατήσω κάτι από την ομορφιά τους. Πλέον άρχισα να μετράω και τα βιβλία, με μια αφελής διάθεση. Τα αφουγκράζομαι, προσπαθούν να μου μιλήσουν και μου ψιθυρίζουν ότι αυτα με έχουν κτήμα τους. Δεν μου ανήκουν, εγώ τους ανήκω, καθώς τα ξεφυλλίζω, καθώς τα μυρίζω, καθώς τα χαιδεύω. Ναι, μιλάμε για μεγάλο έρωτα.
Ανοίγω μια σελίδα στην τύχη, διαβάζω δυο γραμμές και έχω φύγει σε άλλο κόσμο. Δεν είναι μονάχα η ιστορία που διαβάζω, οι εικόνες που γεννιούνται μπροστά μου... Θυμάμαι και την ώρα που το διάβαζα τι αισθανόμουν, πως το είχα συνδέσει τότε με την δικιά μου ζωή, που βρισκόμουν, τι μουσική άκουγα. Είναι ένα ολόκληρο σύμπαν χτισμένο γύρω τους και μου είναι αδύνατον να τα αποχωριστώ.

Ίσως ακούγονται βαρετά σε όσους δυσκολεύονται να βρουν ευχαρίστηση σε χάρτινους κόσμους και αόρατες ιστορίες. Όμως, είναι κάτι παραπάνω από μια απλή ευχαρίστηση, είναι μια ψυχαγωγία, όπως ακριβώς δηλώνει η ουσία της λέξης, άγει την ψυχή. Σε πάει σε δρόμους που δεν έχεις φανταστεί, σε βάζει σε σκέψεις ζόρικες ή ξεχασμένες από καιρό. Σε τραβάει σε ιδέες ενός κόσμου που δεν ανήκει σε κανένα σημείο του χρόνου. Το διάβασμα είναι του παρόντος, αναφέρονται σε κάποιο χρονικό σημείο, αλλά είναι έξω από αυτό, έξω από παρελθόν, παρόν και μέλλον. Πατάνε ταυτόχρονα σε όλα τα σημεία.
Ας αφήσω την ονειροπόληση, κι ας χαθώ μέσα τους για άλλη μια φορά. Είναι οι στιγμές που θέλω να ταξιδέψω και δεν μπορώ να κουνηθώ. Τότε χρειάζομαι επειγόντως ένα βιβλίο, ένα παυσίπονο για την ασφυξία που χτίζω μέσα μου, ένα χάδι για την μοναξιά που μου παγώνει την καρδιά. Κάθομαι πίσω και μετράω τα βιβλία μου..

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Με Κλειστά Αυτιά

Μήνας μπαίνει, η πόλη αδειάζει και οδηγάω ανέμελος σε άδειους δρόμους. Αργοπορημένος ακολουθώ την γραμμή των καραβιών. Μήνας βγαίνει, η πόλη γεμίζει και με βρίσκει να ονειροπολώ με τα φώτα της, με τον ιδρώτα της και με τις νέες ιστορίες της. Αυτές που ακόμη δεν έχουν γραφτεί, μα διψάνε να ειπωθούν πριν γεμίσει σύννεφα ο ουρανός.
Απρόσμενες συναντήσεις σε άδεια πόλη, κανονισμένες επανασυνδέσεις σε φορτωμένα νησιά, και όλα να ζεματίζονται από ένα ξεροκέφαλο καιρό, που αρνείται πεισματικά να απελευθερώσει τα μελτέμια. Στάζουμε κάνοντας κουπί, ιδρώνουμε πίνοντας μια μπύρα, καιγόμαστε από μια θάλασσα που ξέχασε να δροσιστεί. Κι ανάμεσα σε βρεγμένα διαλείμματα πιάνω χαρτί και μολύβι.
Με πέντε λέξεις ήθελα να γράψω όλα όσα έγιναν σε τόσες μέρες. Με πέντε λέξεις ήθελα να περιγράψω τα καινούρια τοπία, τις αλλαγές στα παλιά, τις αντιθέσεις του φωτός, τις αποχρώσεις στα σύννεφα. Μα έτσι εύκολα ξεχνιέμαι στον ήλιο, παρασύρομαι από τις φωνές της παρέας και βγαίνουν πέντε προτάσεις παραπάνω, πέντε ανάλαφρες παράγραφοι.


Και καθώς σβήνει η μέρα, ξεχωρίζει επιτέλους το φως από τα βάθη του χρόνου στέλνοντας σήματα στο μέλλον. Εκεί ψηλά, μετέωρα αναφλέγονται και βάζουν στο μυαλό φωτιά. Βουλιάζω στην άμμο, σκέφτομαι μια απέραντη θάλασσα, κοιτάζω το ανήσυχο φεγγάρι. Πάλι κρατάει μια κρυμμένη υπόσχεση, κάτι ψιθυρίζει στα καβούρια της άμμου, κάτι προειδοποιεί τα τρυγημένα αμπέλια. Μα δεν μπορώ να ακούσω τίποτα, έτσι χαμένος σε ρυθμούς, μεταξύ τρέλας και χαλάρωσης, μεταξύ κουπιού και χορού, μεταξύ γκρεμού και βυθού.
Κι όμως ο βράχος μίλησε, και είπε το όνομα της, η μαλούπα πήγε κόντρα στο κύμα για να μου περιγράψει την μουσική της, το γερασμένο αρμυρίκι ακούμπησε τη θάλασσα για να μου δώσει ένα χάδι της. Ύστερα λύνει τα μαλλιά της, και σκορπίζουν πολύχρωμα βότσαλα παντού. Οι σκιές ανταλλάσσουν κλεφτές ματιές και μπλέκονται μεταξύ του λίγο πριν το τολμήσουν και τα είδωλα τους. Συνεχίζω να μην φτάνει θόρυβος στα αυτιά μου, μα τώρα πλέον ακούω τις αισθήσεις μου...

Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Ξυλομπογιές για Τοίχους

Ήσυχα κυλάνε οι μέρες, αφήνουν μια ψευδαίσθηση ελαφρότητας. Τα βαρίδια που κουβαλούσα, τα έδεσα σε πετονιές για να βγάλω ψαριές ανεμελιάς και ελευθερίας. Με τέτοια διάθεση δεν μπορώ να μιλήσω για τα άλλα, μερικά τα άφησα να περιμένουν σε μια παραλία γεμάτη πολύχρωμα βότσαλα, μερικά τα σκεπάζει το νέφος της πόλης. Αφήνομαι σαν τουρίστας στην πόλη και παίρνω τους δρόμους ως συνήθως.
Τι πετυχαίνω σαν περιφερόμενος θίασος; Φεγγάρι πάνω από την Ακρόπολη στην ψάθα μιας βρεγμένης ταράτσας, τρελοπαρέα με πινέλα και μπογιές να βάφουν τα χειμερινά όνειρα με καλοκαιρινά χρώματα, μια ξένη υπόσχεση δεμένη σε μια σκισμένη πλερέζα, ιδρώτα πάνω από στήλες με ακατανόητα νούμερα εφήμερων επισκέψεων. Μέχρι αύριο θα υπάρχει ακόμη λίγη δουλειά.
Αυτός ο μήνας, Ιούλιο τον λένε, ξεκινάει από τα συννεφιασμένα βράχια, περνάει από το ασημένιο νησί και ξεβράζεται πάνω από τον αρχαίο βράχο. Τα ταμπούρλα χτυπάνε μέσα μας και ξεχνάμε τις άδειες τσέπες μας. Πιάνω στιλό και χαρτί, έρχεται διάθεση να ξεφύγω, να ονειρευτώ, να ...


Κι οι λέξεις επαναστατούν και συντάσσουν ένα μεθυσμένο μανιφέστο. Φαίνεται αδύνατο, αλλά γεμίζουν την μία σελίδα μετά την άλλη. Κι όταν τις αραδιάζω μπροστά μου υποταγμένες, ντροπιάζονται και διαλύονται στα χέρια μου. Αρνούνται να συνεργαστούν, αρνούνται να προδόσουν τις μικρές μας στιγμές, να φτιάξουν γλυκές ιστορίες. Θα επιστρέψουν συντεταγμένες, όταν η πρώτη βροχή θα σβήνει τα ίχνη μας στις αλυκές, τα ρυάκια θα παρασέρνουν τις πέτρινες κατασκευές μας. Πρώτα όμως έρχεται μπουρίνι καλοκαιρινό.
Εκεί, στην άκρη του δρόμου, βουλιάζουν οι χάρτινες βαρκούλες. Λίγο πιο πέρα στέκεται η παιδική μου μορφή, αυτή τις φτιάχνει και τρέχει παράλληλα στο βρώμικο ρυάκι. Τις παρατηρεί ξανά και ξανά, καθώς τις καταπίνει ο υπόνομος, με την παρηγοριά ότι μπορεί και να τα καταφέρουν και να βγουν στον μεγάλο ωκεανό. Αλλά αυτές τελικά εμφανίζονται στο παρόν και επαναλαμβάνουν την ίδια διαδρομή. Κοιτάζω το ημερόλογιο, άραγε θα προλάβει;
Μέσα σε τοπία ξεχασμένα από το χρόνο έρχεται η σιωπή, κι εμφανίζεται την πιο κατάλληλη στιγμή. Ας συνεχίσουν λίγο ακόμα να κυλάνε ήσυχα...

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ισημερία στην Πόλη

Δεν το έχεις καταλάβει μα βρίσκεσαι ξανά στην πόλη, αυτή που τόσο μισείς και θα ήθελες τόσο να αγαπήσεις. Ξαφνικά οι ρυθμοί φαίνονται να έχουν πολλαπλαστεί με το χίλια. Όλοι βιάζονται να φορέσουν τη χειμωνιάτικη στολή, να σφίξουν τα δόντια και να κλειστούν στον μικρόκοσμο τους. Λες και το καλοκαίρι υπήρξε μονάχα στα παραμύθια.

Μα δεν μπορείς να επιστρέψεις πίσω ακόμη, χαζεύεις τα σύννεφα καθώς πλέουν σε ένα γαλάζιο ουρανό και τα μάτια σου αρνούνται να προσαρμοστούν στο γκρίζο φόντο. Κοιτάζεις τις άσπρες τούφες που λάμπουν και μοιάζουν να χορεύουν, καθώς δημιουργούνται και καταστρέφονται, όσο οι αστάθειες κυριαρχούν σε όλη την ατμόσφαιρα.
Ο αέρας είναι τόσο ηλεκτρισμένος, που νοιώθεις ότι ο επόμενος κεραυνός θα πέσει πάνω σου. Να είναι άραγε όλα αυτά χαρακτηριστικά του καιρού, ή μήπως πηγάζουν από τα σωθικά σου; Όμως μια δύναμη σε έλκει στα έγκατα της πόλης, εκεί που όλες οι εποχές είναι οι ίδιες, προσπαθεί να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Κλεφτές ματιές στα χρώματα του δειλινού που αφήνεις στον πάνω κόσμο, και έστω για λίγο βάφουν τον ουρανό με τις αποχρώσεις της μοναξιά σου.

Μέχρι να εμφανιστείς ξανά στην επιφάνεια, φθινοπωρινή βροχή έρχεται ακάλεστη και σκορπίζει το καλοκαίρι στους υπονόμους. Πόσο θα ήθελες να μυρίζει χώμα.. Αντ' αυτού, μια περίεργη μυρωδιά ιδρώτα και δροσιάς αναδίδεται από τα διψασμένα τσιμέντα.
Δεν θυμάσαι ποιος σε έπεισε να γυρίσεις τόσο γρήγορα, αλλά σίγουρα εσύ φταις που τον άκουσες. Όμως έχεις ήδη αρχίσει να επεξεργάζεσαι τον τρόπο για να διακτινιστείς στην επόμενη ισημερία. Θα περάσεις τον χειμώνα μέσα από μια μαύρη τρύπα και θα εμφανιστείς την άνοιξη με λουλούδια στα μαλλιά.
Εκεί στην άκρη του ουρανού θα περιμένεις το σύννεφο του χαμού, την ώρα που η καταιγίδα ετοιμάζεται να βροντήξει στο κεφάλι σου, την στιγμή που η βροντή κυλάει σαν άδειο βαρέλι σε κατηφόρα. Τότε δεν πρόκειται να τρέξεις να κρυφτείς, με μια γαλήνια προσμονή θα κάτσεις να υποδεχτείς τα στοιχειά της φύσης για να φύγεις μαζί τους.

Αλλιώς κάθε λεπτό που παραμένεις κολλημένος σε τούτους τους δρόμους, τρέχεις κι ένα βήμα πιο γρήγορα. Κάθε ώρα που μένεις πίσω αρχίζει και βαραίνει, αποκτώντας αξία παραμονής. Πριν καλά καλά το καταλάβεις, θα βλέπεις την βροχή και θα τρέχεις να την αποφύγεις. Αν μείνεις λίγο παραπάνω, τότε σίγουρα θα ξαναγίνεις και πάλι ένα συστατικό από την τρέλα της πόλης.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

Όταν ο Μάρτης, μας κλείνει το μάτι

Ήθελα να ξεκινήσω με μια πολύπλοκη σκέψη να μαζέψω ειδήσεις, να περιγράψω ορεινές εξορμήσεις... Αλλά όπως ο πρωινός ήλιος του Μάρτη ξεχύθηκε στο δωμάτιο μου και γρατζούνισε τα γένια μου, μου έκλεισε το μάτι και μου έσβησε τις σημειώσεις. Πριν προλάβω να πλυθώ, είχε αρχίσει να κάνει κρύο, και λίγο πριν βγω στο δρόμο ξεκίνησε να χιονίζει. Ίσως να είναι και η στάχτη που ρίχνει στα μάτια μου για να μην πάρουν τα μυαλά μου αέρα απότομα. Κι ύστερα, καθώς περπατάω απλώνει για άλλη μια φορά το χαμόγελο του κι υποδέχεται την άνοιξη.


Μέσα στα γέλια του ήρθα κι εγώ πριν αρκετό καιρό, κι από τότε τον αγάπησα τούτο τον μήνα. Περίμενα με ανυπομονησία να φορέσω το μαρτάκι και να τρέξω στους δρόμους. Με το μαρτάκι στο χέρι, φανταζόμουν ότι μου δέναν μια ηλιαχτίδα στο χέρι. Ήταν επίσης το σημάδι ότι έρχονται μεγάλες μέρες, το έβλεπα όπως το ρολόι στο χέρι μου και ήξερα ότι η εαρινή ισημερία απείχε μερικές μέρες.


Το κεφάλι γέρνει προς τα πίσω, η μεσημεριανή ζέστη φέρνει αναπόληση. Τούτος ο ήλιος είναι μαγικός, με γεμίζει ενέργεια και χαρά. Μήπως να βάλω ξανά το μαρτάκι στο χέρι, και να αρχίζω να παλιπαιδίζω; Τα μάτια δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στο έντονο φως, και το δέρμα κοκκινίζει από την ντροπή του. Στα χαμηλά, η άνοιξη δίνει τους πρώτους τόνους.
Αλλά σαν να θέλει να χαλάσει το πανηγύρι, έρχεται ο χιονιάς που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσει. Ανακατεύεται ο χειμώνας με την άνοιξη, στέλνει τα τελευταία παγωμένα χαιρετίσματα και στην δίνη αυτή αναδύεται ο Μάρτης. Ίσως για αυτό να τον είχαν αφιερωμένο στον Άρη. Το όνομα του εξάλλου προέρχεται από την λατινική του ονομασία, (Mars). Μάλιστα επί Ρωμαικών χρόνων, ήταν ο πρώτος μήνας του έτους.


Κάθε Μάρτης είναι μοναδικός. Άλλον τον θυμόμαστε για τα χιόνια που έφερε μετά από ηλιόλουστες μέρες μέσα στην βρώμικη πόλη μας, άλλον τον θυμόμαστε για τις πολύ ζεστές μέρες, σπάζοντας ρεκορ δεκαετίας, (και προμηνύοντας καυτά καλοκαίρια). Κάπου πρέπει να έχω αφήσει τις ασπροκόκκινες κλωστές. Μέχρι να ανεβάσω το κείμενο, ξέσπασε η μπόρα από πάνω μου.
Σταμάτα λίγο το τρέξιμο και δες, στο τσακισμένο τσιμέντο έχουν αρχίσει να φυτρώνουν αγριόχορτα.