Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ο Γύρος της Μήλου (Α)



Ο κύβος ερρίφθη για άλλη μια φορά, και το νόμισμα έβγαλε το νησί της Μήλου εκείνο το Πάσχα του 2016. Δεν είναι πρώτη φορά, ούτε η τελευταία θα ήθελα να ελπίζω. Ο στόχος αυτή τη φορά δεν είναι ένα απλό πέρασμα, άλλα μια περίπλευση των ακτών με το φοβερό σκάφος μου, το «Τσιπουράκι».  Ο κύκλος σχεδιάζεται να γίνει σε χαλαρό ρυθμό με στόχο τις 4 μέρες, κι αναλόγως συνθηκών ίσως βάλω στο πρόγραμμα Πολύαιγο-Κίμωλο. Αυτά σκέφτομαι καθώς κοιτάζω χάρτες και χαράσσω πορείες... Ποιος θα ακολουθήσει σε αυτό το ταξίδι αναλογίζομαι, καθώς μαζεύω συμπράγκαλα, μετράω τελευταία φορά τις αποστάσεις και διαβάζω τις μετεωρολογικές προβλέψεις.
Μέχρι την ημέρα ταξιδιού έχω διανύσει όλες τις αποχρώσεις των συναισθημάτων: από τον άκρατο ενθουσιασμό εως την βαριά θλίψη και την έντονη ανησυχία. Γνωρίζω αυτήν την προσμονή, όπως ξεκινάει την βουτιά του ένας ελεύθερος δύτης, έτσι κι εγώ πλέον κρατάω πλέον την ανάσα μου κι όλα τα συναισθήματα μου κι ξεκίνησα την βαθιά βουτιά μου.


Μα μόλις φτάσω με το κουπί στο χέρι κι αρχίζω να κωπηλατώ στο απέραντο γαλάζιο με τον ήλιο να λαμπυρίζει και να χορεύει στα κύματα, τότε όλα διαλύονται στα βασικά χρώματα, και το μυαλό μου μέσω της σωματικής κόπωσης συνδέεται με το ακατανόητο συλλογικό όνειρο της φύσης. Ακούω τον αέρα, σφυρίζει χαρούμενος στα αυτιά σου, κι ύστερα κωπάζει και γίνεται σιωπή, καθώς ενώνομαι μαζί του... Ναι τώρα, έχω καταφύγει σε μια παραλία της Κιμώλου να πενθώ μόνος μου ακούγοντας τις καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής από πέρα μακρυά, καθώς ο ήλιος δύει μέσα σε μια μελαγχολική συννεφιά. Ας τα πάρω όμως με την σειρά...
Έφτασα απόγευμα Μεγάλης Τρίτης στο νησί, πρόλαβα να στήσω το καγιάκ και να φορτώσω προμήθειες για πολλές μέρες, καθώς θα πρέπει να έχω αυτονομία περιπλέοντας έρημα ακρογιάλια. Το ταξίδι ξεκινάει, και πρέπει  να φτάσω απέναντι από το λιμάνι στον όρμο του Αγίου Δημητρίου. Ο ήλιος καθώς δύει με τυφλώνει, ενώ ο δυνατος δυτικός στέκεται κόντρα στην προσπάθεια μου, αλλά σε λίγο ξεπροβάλλει το ξωκλήσσι και η μικρή παραλία. Και το σημείο με αποζημιώνει, καθώς για κατασκήνωση πρώτης μέρας είναι ιδανική τοποθεσία, με την Πλάκα, την Τρυπητή και τα άλλα χωριά διαγράφουν τις απέναντι πλαγιές, κάτω από τον ήσυχο έναστρο ουρανό.
Ο αέρας δεν λέει να κωπάσει το βράδυ παρά τις σχετικές προβλέψεις και με τέτοιο καιρό ξεκίνησα το πρωί με πορεία προς Βόρεια, στο ακρωτήρι Βάνι. Μόλις βγήκα από τον όρμο του Αγίου Δημητρίου, η θάλασσα φούσκωνε θυμωμένη και κατέβαζε βουβό κύμα.  Με τέτοιο χορό έφτασα στο άγριο ακρωτήρι που κοιτάζει αγέρωχο τον βοριά, σιγομουρμούρίζοντας για ναυάγια και ανείπωτες τραγωδίες.
Από τον ακρωτήρι άρχισε να παίρνω τον καιρό πρύμα, και ξεκίνησε η «κατηφόρα» προς Αγκάθια και Τριάδες. Ο αέρας είχε αρχίσει να υποχωρεί σιγά σιγά, μόνο η θάλασσα ήταν ακόμη θυμωμένη όταν πλέον βγήκα σε μια από τις παραλίες στις Τριάδες για στάση, μία από τις πολλές παραλίες που θα ήθελα να είχα περισσότερο χρόνο να απολάυσω. Όμως, ο στόχος μου ήταν ο όρμος του Αγίου Ιωάννη κι έτσι καθώς συνεχίζω τη νότια πορεία, η διαδρομή από Τριάδες άρχισε να γίνεται πιο ενδιαφέρον, με τα βράχια να γίνονται πιο απότομα, γεωλογικά πιο πολύμορφα και πιο χρωματιστά. Μόλις μπήκα στον όρμο του Αγίου Ιωάννη, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Χιλιάδες διαφορετικά χρώματα, λευκοί βράχοι, σκουριασμένα πετρώματα και στο τέλος η φοβερή παραλία του όρμου, που στην ουσία αποτελείται από τρεις ξεχωριστές. Αισθάνθηκα,  λες και το ηφαίστειο της Νισύρου είχε καταρρεύσει και είχε φτάσει η θάλασσα στον κρατήρα του.


Εκεί βγήκα ενθουσιασμένος, γδύθηκα, βούτηξα στην κρύα θάλασσα και «χόρεψα» στην άμμο. Χάζεψα τα κρητικά καράβια να χάνονται στον ορίζοντα, σκεπτόμενος ότι αυτό το νησί είναι πολλές κουπιές μακρυά. Ανάμεσα στα ηφαιστειακά πετρώματα αποκοιμήθηκα και με μεγάλη δυσκολία μάζεψα το επόμενο πρωί.
Γιατί δεν ήξερα ότι και το επόμενο κομμάτι κρύβει μεγάλη ομορφιά. Βρισκόμουν πλέον στο νοτιοδυτικό κομμάτι, το πιο άγριο και ίσως το πιο γοητευτικό από όλες τις απόψεις. Εδώ οι δυνάμεις της γης προβάλουν γυμνές μπροστά στα μάτια σου και αγέρωχα βράχια βουτάνε στα νερά του Αιγαίου. Μόλις άφησα τον όρμο γκρεμοί από τέφρα, βασάλτη κι άλλα ηφαιστειακά υλικά ζωγραφίζουν το τοπίο. Άσπρο και μαύρο εναλλάσονται σε ένα περίεργο παιχνίδι, ενώ ιζηματογενή πετρώματα αρχίζουν να αναδύονται σαν κομμάτια πάζλ που κάποιος βιάστηκε να προσθέσει στο στο τοπίο. Σπηλιές και μικρές κουφάλες κάνουν συχνά την εμφάνιση τους, μέχρι να φτάσω στην Συκιά.
Από μακρυά έβλεπα ότι κάποια τρύπα υπήρχε στην πλαγιά του βουνού, αλλά δεν είχα βρει ακόμη την πρόσβαση. Καθώς προχωρούσα με το καγιάκ σε λίγο βρήκα την δίοδο και μου αποκαλύφτηκε το μεγαλόπρεπο καταφύγιο της Συκιάς. Μέσα από μια φυσική καμάρα του ιζηματογενής βράχου μπήκα σε ένα κρυφό όρμο, όπου μάλλον το χειμώνα θα τον επισκέπτονται και φώκιες, ειδικά την μικρή βοτσαλωτή παράλία στην μία άκρη, ενώ αντίστοιχα το καλοκαίρι χιλιάδες τουρίστες... Έμεινα εκεί ακίνητος χωρίς να θέλω να συνεχίσω. Ίσως κάποτε ξαναγυρίσω σκέφτηκα κι έτσι βγήκα πάλι στο ανοιχτό πέλαγος και συνέχισα τη νότια πορεία. 


Το τοπίο τώρα πριν φτάσω στη νοτιοδυτική άκρη, κυριαρχούν τα ιζηματογενή πετρώματα, μου θυμίζουν ψαμμίτες, αν τα λέω και σωστά. Όλες αυτές οι πέτρες παγωμένες σε βραχώδης λάσπη συνθέτουν ένα περίεργο καμβά, και σε συνδυασμό με την διάβρωση από τα κύματα, τα σχήματα είναι ποικίλα και η φαντάσια μου καλπάζει. Βλέπει τα πόδια ένός πέτρινου γίγαντα, κολόνες ενός αρχαίου ναού της φύσης, στόματα τεράτων και εισόδους για άλλους κόσμους. Σε λίγο, φτάνω στο ακρωτήρι Ψάλτης με την μικρή βραχονησίδα απέναντι να καλεί για μακρυά ταξίδια στο ανοιχτό πέλαγος. Η θάλασσα πλέον έχει γίνει λάδι και η πορεία γίνεται πλέον με αρκετό ιδρώτα και κουπί. Συνεχώς μπαίνω και βγαίνω από σπηλιές με διπλή δίοδο ή καμάρα, όπου θαυμάζω χρώματα και πετρώματα.
Κι ακριβώς δυο κουπιές παραπέρα μπαίνω στον όρμο του Κλέφτικου, εντελώς άδειο από σκάφη και κόσμο, ένα τοπίο ξεχωριστής ομορφιάς. Νομίζω ότι δεν περιγράφεται με λόγια, απλά είναι ερωτεύσιμο... Πραγματικά, δεν ξέρω πόση ώρα σπατάλησα εκεί, απλά βλέποντας, βγάζοντας φωτογραφίες, κι απολαμβάνοντας τα κρυστάλλινα νερά, τα άσπρα γκρεμνά και τις μορφές που έχει σμιλέψει η θάλασσα και ο αγέρας... ΟΤΑΝ Η ΦΥΣΗ ΕΧΕΙ ΚΕΦΙΑ!
Με τέτοιες εικόνες συνεχίζω το κουπί με ανατολική κατεύθυνση, διασχίζω βραχώδης ακτές, σύγχρονες κατασκευές φόρτωσης ορυχείων και φτάνω στην παραλία του Γέροντα. Όχι δεν εντυπωσιάστηκα από την γωνία αυτή του νησιού. Ίσως τα βράχια γύρω από την παραλία, και οι γκρεμοί λίγο πιο πέρα του δίνουν μια αίγλη... 



Ο καιρός φουσκώνει και πάλι, και φυσάει δυτικός-βόρειοδυτικός, οπότε και βοηθάει στο κουπί. Κι ενώ κάπου θα έπρεπε να σταματήσω την πορεία μου, εκμεταλλεύομαι το ρεύμα και προσπερνάω σχετικά γρήγορα το αδιάφορο κομμάτι πλέον προς Προβατά, με σκέψη να καταλήξω στην παραλία τη Φυριπλάκας. Από μακρυά φαίνεται αρκετά εντυπωσιακή με τα χρωματιστά βράχια να δίνουν μια άλλη όψη στον όρμο, κι έτσι πλησιάζω στην ακτή. Βλέποντας όμως λίγο κόσμο να έχει κατέβει για μπάνιο, σκέφτομαι ότι δεν είναι κατάλληλο μέρος για μικρή στάση. Έτσι γυρίζω προς τον κάβο του όρμου, όπου ανακαλύπτω μια μικρή και κουκλίστικη παραλία, έτοιμη να θαφτεί από τα βράχια και τις πέτρες που είναι τα υλικά εξόρυξης της περιοχής. Η προσέγγιση δια ξηράς γίνεται μέσα από ένα σκαμμένο αυλάκι στο χώμα και μια ξύλινη σκάλα. Μια μικρή ανάσα και μια γρήγορη βουτιά για να πάρω δροσιά, ο ήλιος καίει καθώς είναι μεσημέρι πλέον.  Όπως βλέπω στο χάρτη, είναι το ονομαστό Τσιγράδο και δεν απέχω πολύ από τον επόμενο μου στόχο, που είναι η Ψαροβολάδα.
Αφήνω λοιπόν την μικρή παραλία και παιρνόντας από τον εντυπωσιακό Γέρακα, με παραλίες που γεννάνε τα μπάζα καθώς κυλάνε σε απόκρημνες πλαγιές, καταλήγω στον όρμο της Αγίας Κυριακής, όπου ακριβώς δίπλα είναι η παραλία της Ψαροβολάδας. Μια όμορφη παραλία με ψιλό βότσαλο και γρίζα άμμο. Και πάλι απέραντη μοναξιά, όπως την αναζήτησα. Οργάνωση κατασκήνωσης, μαγείρεμα και μια όμορφη νύχτα με το κύμα να με νανουρίζει γλυκά.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Παράδοση και Εγκατάλειψη

Ακόμα η θάλασσα μιλάει, αλλά αυτήν την φορά προσπαθεί να μην φέρει τον σάπιο αέρα. Τα τζιτζίκια τραγουδάνε ακόμα, για να αποχαυνωθούμε εντελώς. Κι όμως όλα σχεδιάζονται τόσο όμορφα στα σαλόνια της Εσπερίας. Μα βαρέθηκα και τα αριστερά μνημόνια, και τις αντιστασιακές μακαρονάδες και τα μακιαβελικά οράματα. Ας αφήσουν στην ησυχία του τον Δον Κιχώτη, εκείνος μπορεί ακόμη να τα βάζει με τα ανύπαρκτα θεριά και να μην φοβάται τίποτα.
Βαρέθηκα όμως όλους αυτούς που βρέθηκαν τάχα  απαγοητευμένοι, προδομένοι κλπ, περιμένοντας κάποιος να τους σώσει… Αν δεν ορμήξεις όμως μόνος σου να διεκδικήσεις αυτό που σου ανήκει, κανείς δεν θα στο δώσει. Αυτό δείχνει η ιστορία, αυτό δείχνει η ζωή μας... Αλλιώς καλύτερα να κάτσουμε παθητικά να περιμένουμε. Ίσως περάσει ο Γκοντό τελικά, να μας λυπηθεί και να μην μας αφήσει να περιμένουμε.
Οι ανεμόμυλοι της ιστορίας όμως γυρίζουν για άλλη μια φορά κάνοντας τις ζωές των ανθρώπων αλεύρι. Αξίζει να επιτεθεί κάποιος με το δόρυ του ενάντια στους γίγαντες αυτούς, αξίζει να διακινδυνεύσει την συντριβή του;  Νομίζω τέτοια ερωτήματα δεν ταιριάζουν στο στάρι καθώς πέφτει από την ανέμη στις μυλόπετρες και το αλεύρι βγαίνει ζεστό…
Και μια που ανέφερα την ιστορία, αναδημοσιεύω ενα άρθρο για το πόσο εύκολα τα πιο μεγάλα καθάρματα βαφτίζονται σωτήρες και εθνάρχεςστην χώρα που ο καθε ηγέτης είναι σωτήρας, ο οποίος θα μας σώσει, παραδοσιακά ως δια μαγείας.
«Η πλάκα είναι ότι οι πολίτες αυτής της χώρας είμαστε πάντα υπέρ της παράδοσης και πιστεύουμε ότι οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας. Δηλαδή, ότι οι αστοί πολιτικοί θα σώσουν αυτή τη χώρα»

Μεταφέρω λοιπόν αυτούσιο το κείμενο από τις Δια…φωνίες από την Φωνή της Πάρου τ.347 25/7/2015 , αξίζει ως μια γρήγορα ανασκόπηση στην ιστορία… (ειδικά από την Παράδοση 3 και κάτω)


----
Παράδοση
Αυτό που μου αρέσει σ’ αυτή τη χώρα είναι η παράδοση. Στη χούντα είχαμε αστυνομικό κράτος. Στη μεταπολίτευση είχαμε την εμφάνιση των ΜΑΤ. Στη συνέχεια είχαμε τις δηλώσεις «η αστυνομία είναι το κράτος». Όλα αυτά τελείωσαν από το 2015, διότι: «πρώτη φορά αριστερά». Τώρα απουσιάζουν οι φωτογράφοι και τα ΜΜΕ από τις διαδηλώσεις και το ξύλο πέφτει δίχως «αποδείξεις». Αθάνατη Ελληνική παράδοση!

Παράδοση 2
Το άλλο θέμα που με συγκινεί με την παράδοση αυτού του έθνους είναι το μνημόνιο. Ο ΓΑΠ (που να κάνει διακοπές αυτό το παιδί), έστρωσε το μνημόνιο μέσω του ΔΝΤ. Η συγκυβέρνηση Σαμαροβενιζέλων και μπάρμπα Φώτη, παρέδωσαν την εξουσία της χώρας στους τροϊκανούς. Επί κυβέρνησης Τσιπροκαμμένου συνεχίζεται η παράδοση, με τη διαφορά ότι μπαίνει μνημόνιο μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Κάτι είναι και αυτό, διότι: «Πρώτη φορά αριστερά». 




Παράδοση 3
Η πλάκα είναι ότι οι πολίτες αυτής της χώρας είμαστε πάντα υπέρ της παράδοσης και πιστεύουμε ότι οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας. Δηλαδή, ότι οι αστοί πολιτικοί θα σώσουν αυτή τη χώρα. Οι προγονοί μας είχαν έναν απίστευτο κάλο –όχι στο πόδι- και ψήφιζαν Γεώργιο Παπανδρέου, ο «Γέρος της δημοκρατίας» και άλλα φαιδρά. Ο δημοκράτης λοιπόν Γ. Παπανδρέου, αρχικά απέσπασε την εμπιστοσύνη του Ελ. Βενιζέλου, ο οποίος του έδινε συνεχώς αξιώματα. Το 1944 ο δημοκράτης Παπανδρέου, συνάχθηκε με την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση και αφού εκδιώχθηκαν ουσιαστικά όλοι οι αστοί πολιτικοί της εποχής, του ανέθεσαν την πρωθυπουργία. Ως «μέγα» πολιτικό μυαλό ο Παπανδρέου, αιματοκύλισε στη συνέχεια τη χώρα (Δεκεμβριανά). Οι Άγγλοι μετά του έχωσαν μια κλωτσιά στον κ… και αυτός άρχισε να κάνει βόλτα στα κόμματα. Ήταν τέτοιος γυρολόγος, που το 1952 έγινε και βουλευτής της δεξιάς, με αρχηγό τον Παπάγο! Μετά, ως δείγμα ευγνωμοσύνης στη δεξιά, κήρυξε ανένδοτο αγώνα εναντίον της με τα γνωστά αποτελέσματα (βλ. αποστασία, χούντα κλπ). Τώρα για άλλα επιτεύγματά του (ξερονήσια, εκτοπίσεις αριστερών) τα λέμε άλλη φορά.

Παράδοση 4
Στη συνέχεια αυτή η χώρα είχε χούντα και έτσι γνωρίσαμε και τον «εθνάρχη»… Κ. Καραμανλή. Επί Γερμανικής κατοχής ο «εθνάρχης» εργαζόταν… ως δικηγόρος στην Αθήνα και μόλις δύο μέρες πριν τη λήξη του πολέμου προσπάθησε να εμπλακεί στις εξελίξεις! Δυστυχώς (γι’ αυτόν), είχε κριθεί πλέον ο πόλεμος. Όταν πέθανε ο Παπάγος (1955) ο Βασιλιάς του ανέθεσε την πρωθυπουργία! (Έτσι, για να δούμε πως έγινε γνωστός). Σημειώνουμε ότι εκείνη την εποχή οι «διάδοχοι» στον Ελληνικό Συναγερμό ήταν οι Στεφανόπουλος και Κανελλόπουλος και όχι βέβαια ο βουλευτής Σερρών, Κ. Καραμανλής. Ο δημοκράταρος Καραμανλής έκανε στη συνέχεια έναν απίθανο εκλογικό νόμο, που αν και δεύτερο το κόμμα του, κέρδισε την πλειοψηφία των εδρών (γατάκια αριστεροί). Το 1962 ο «εθνάρχης» ευχαρίστησε τους προστάτες του (Βασιλιάς), ήρθε σε προστριβή μαζί τους και παραιτήθηκε. Έχασε τις εκλογές το 1963 και πήγε στο Παρίσι με το ψευδώνυμο Κων/νος Τριανταφυλλίδης. Το 1974 επέστρεψε ως σωτήρας της Ελλάδας, έστω και αν τη χούντα την είχε αντιμετωπίσει από την πρωτεύουσα της Γαλλίας επί 7 χρόνια…

Παράδοση 5
Το 1981 η χώρα ψήφιζε με χέρια και με πόδια έναν άλλο «σωτήρα», τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στη νιότη του δήλωνε τροτσκιστής, μετά μαρξιστής (σα να λέμε Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός ένα πράγμα) και τελικά κατέληξε εθελοντής ναύτης των ΗΠΑ! Στη συνέχεια έκανε διάφορους γάμους… και το 1961 ήλθε στην Ελλάδα, όπου ο Κ. Καραμανλής το διόρισε σε διάφορες θέσεις του Δημοσίου, ως μέγα καθηγητή! Το 1964 μπήκε και στο κόμμα του μπαμπά του, όπου και τον έκανε υπουργό! Το 1968 η χούντα τον αφήνει να πάει στην Αμερική, όπου εκεί ίδρυσε και κόμμα (ΠΑΚ). Ο Σημίτης το 1974 του έγραψε τη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη, ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ και με το γνωστό λαϊκίστικο λόγο του έγινε πρωθυπουργός το 1981. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Το «Έξω οι βάσεις του θανάτου» και το «Έξω από την ΕΟΚ», αποτελούν τα μεγαλύτερα πολιτικά ανέκδοτα της χώρας μας. Τη δε «αλλαγή», μόνο στη Νικολούλη δεν την αναζητήσαμε.

Παράδοση 6
Όλους τους παραπάνω πολιτικούς, που χαρακτήρισαν τη μορφή της κοινωνίας της χώρας μας μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τους ψήφισαν με φανατισμό οι γονείς μας και οι παππούδες μας. Με τόσο δε φανατισμό που υπάρχουν ακόμα οικογένειες, που δε μιλιούνται μεταξύ τους. Η λεγόμενη γενιά του πολυτεχνείου τα έκανε θάλασσα (βλ: διαπλεκόμενους Ανδρέα Παπανδρέου) και έτσι στον 21ο αιώνα η χώρα μας είπε να κάνει ένα βήμα πιο πέρα.



Παράδοση 7
Επειδή όμως όλοι μας επί χρόνια, ακούγαμε για Παπανδρέου και Καραμανλή, πιστεύαμε ότι μόνο αυτές οι οικογένειες παράγουν πολιτική στην Ελλάδα. Έτσι κάναμε τους γιους τους και τα ανιψιά τους, και αυτούς πρωθυπουργούς! Για να τους ξεχωρίσουμε μάλιστα και να μην τους μπερδεύουμε, τους είπαμε Γιωργάκη και Κωστάκη! Είχαν πάντως διαφορές. Ο πρώτος ήταν «ξυλάγγουρο», γυμναστική, υγιεινή διατροφή και ασκήσεις επί υπολογιστών, ενώ ο δεύτερος ήταν πιο συμπαθής, αφού ήταν «μπούλης», καλοζωία, μάσες-χάψες στις χασαποταβέρνες, και το p/c νόμιζε ότι ήταν μάρκα Γιαπωνέζικου αυτοκινήτου. Όσο και να φαίνεται περίεργο, ο Κωστάκης, ήταν τελικά πιο συμπαθής στο λαό, αφού έβλεπε σ’ αυτόν κάποιον καλοκάγαθο φίλο από τα παιδικά του χρόνια. Άσε που ήταν και άρρωστος βάζελος και η στήλη μας το εκτιμά πάντα αυτό…

Παράδοση 8
Στα μεσοδιαστήματα των οικογενειών Παπανδρέου και Καραμανλή είχαμε και κάποιους άλλους. Έναν «δε θέλω ου» (Ράλλης), ο πιο ανίκανος αρχηγός της δεξιάς, ένα Σημίτη (πρόσεξε τους κολλητούς του όσο κανείς άλλος στον οικονομικό τομέα…), ένα Σαμαρά (θέλω μια εφημερίδα να γράψω γι’ αυτόν) και κάποιους άλλους υπηρεσιακούς, που ανάθεμα και αν τους ψήφισε ποτέ κανείς μας.

Παράδοση 9
Το 2015 η κοινωνία μας φάνηκε πως αποφάσισε να κάνει την αλλαγή της. Έτσι, ψήφισε ένα νέο άνθρωπο, που είχε γεννηθεί μετά τη χούντα (28/7/1974). Αυτός, ο νέος άνθρωπος βάλθηκε όμως να μας αποδείξει ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Έτσι, αυτό που έκανε ήταν να περπατήσει πάνω στα χνάρια των πρωθυπουργών που γράψαμε παραπάνω. Κορόιδεψε το λαό και του έδωσε να πιστέψει πράγματα που ποτέ ο Τσίπρας δεν ήθελε να εφαρμόσει. Αποδείχθηκε πιο ευρω-λιγούρης απ’ όλους και πιο καλοπερασάκιας από οποιονδήποτε άλλο. Που θα πάει κάποια στιγμή θα σπάσει η παράδοση. Εδώ πιστεύω ότι ο Παναθηναϊκός θα βγει πρωταθλητής φέτος… 

Σημείωση: 
Οι Παραδόσεις από τις διαφωνίες αναδημοσιεύτηκαν κι εδώ: 
Οι γελοιγραφίες είναι από το topontiki.gr , pitsirikos.net και από τον προηγούμενο σύνδεσμο

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Ένα νησί μια σταλιά

Ξύπνησα και δεν σε είχα δίπλα μου, παρά μονάχα άκουγα το μικρό βοριά να ψιθυρίζει στα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα μου. Είτε ονειρευόμουν, είτε το κρεβάτι μου λικνιζόταν. Τα κύματα τρέχαν μπρόστα μας, κι εμείς τα προσερνούσαμε. Τι είναι τούτοι οι βράχοι του Αιγαίου, πεταμένοι εδώ κι εκεί; Με άσπρες βούλες στις πλαγιές, και πράσινα στάχυα να ανεμίζουν κάτω από τον ήλιο; Λάθος δρόμο καπετάνιο, τράβα για πιο πέρα ακόμη στο ανοιχτό γαλάζιο, θέλω να ξεφύγω από αυτό το φως, να προσπεράσω όλες τις κοσμικές ακτές, να κοιτάξω τον ουρανό και την θάλασσα γυμνή στην απεραντοσύνη του τίποτα.


Τελικά παραδίνομαι, κι αφήνομαι να οδηγηθώ στον μαγικό βράχο που αντικρύζω σε όλη μου την ζωή, αλλά δεν έχω πατήσει ποτέ. Είναι το δικό μου φεγγάρι, που κάθε καλοκαίρι καλωσορίζω από το νησί μου, και στολίζει το νοτιά της ανεμελιάς μου. Αυτή τη φορά όμως θα πατήσω πάνω του, θα διεκδικήσω ένα κομμάτι γης για μένα, θα αναζητήσω τα χαμένα ίχνη των ανθρώπων που στάλαξαν τον μόχθο τους για να μετατρέψουν την πέτρα σε χώμα με μόνη δύναμη τα χέρια τους. Κι όλα αυτά τα απομεινάρια, στέκουν σαν εγκατελειμένα μπαλκόνια ενός θαυμαστού κρεμαστού κήπου της Βαβυλώνας. 


Εδώ ήταν η αρχή, εδώ και το τέλος μιας κυκλαδίτικης αλχημείας. Και τούτος ο αιώνας, θα σβήσει τα σημάδια από τα χρυσαφένια μπαλκόνια, για να στολίσει ξανά τον τόπο με θυμάρι και αλυσσαριά. Μια μέλισσα πετάει χαρούμενα και μου θυμίζει ότι έχει μια μείνει μια μυρωδιά των περασμένων μεγαλείων, ώστε να κυλήσει ο υγρός χρυσός στο πέρασμα των χρόνων για να σταλάξει μέλι στις πληγές της λησμονιάς, για να διατηρήσει ένα βαζάκι παραμυθιού. 
Ετούτη η διάχυτη μαγεία, κάτι μεταξύ μύθου και ιστορίας, όπως ο ξεχασμένος ναός-μαυσωλείο της Επισκοπής ενθύμιο των προσπαθειών άλλων ανθρώπων σε άλλους χρόνους για να βρουν μια θέση στον ήλιο της Σικίνου, όπως τα χαλάσματα στην κορυφή της Αγίας Μαρίνας ενθύμιο της αλχημείας για να μεταλαχτεί η πέτρα σε μια χούφτα χώμα που είχε ξεκινήσει εδώ κι αιώνες τώρα. Κι εγώ, κι όλοι αυτοί οι περαστικοί τι θέλουν εδώ; Ότι και να αναζητούμε,  για άλλη μια φορά θα κάνουμε λίγο θόρυβο να καλύψουμε τις κραυγές του αγέρα, να διώξουμε τις πέρδικες και τα περδικόπουλα της από το μονοπάτι, αλλά γνωρίζουμε ότι σε λίγο όλα θα βρουν ξανά το ρυθμούς τους. Το γεράκι θα πετάξει αθόρυβα, κι αφού έχει σκοτώσει το καναρίνι της ψυχής μας, θα μείνει ακίνητο για το επόμενο θύμα καθώς τα πούπουλα της άτυχης πέρδικας θα μένουν ακίνητα σημάδια στα φρύγανα και στις πέτρες. Καθώς ξεχνάω, μου έρχονται εικόνες από χαρούμενα τιτιβίσματα...


Ας προχωρήσω όμως πιο πέρα, στα λαξεμένα ξωκλήσια σε πλαγιές που δεν εχει φτάσει ακόμη ο σύγχρονος κόσμος. Ας κοιτάξω την δύση του ήλιου, κι ας θυμηθώ πόσες φορές έχω αντικρύσει τούτο το λαμπρό αστέρι να χάνεται στα κύματα. Και ο δικός μου κύκλος σε τούτα τα νησιά, θα είναι ένα άλεσμα στην άκρη του γκρεμού, ένα χάδι στην κατσίκα του ποιητή που δεν μας έδιωξε από κοντά του, κι ένα κοίταγμα στα μάτια στο μικρό μας γάιδαρο με τις δύο μπαστούρες, που δεν θέλει να μας αφήσει αλλά θα μας συνοδεύσει μέχρι την τελική μας πτώση. Ίσως κρατάει το κλειδί για την επόμενη τεχνολογική επανάσταση, που σχεδιάζεται σε κλειστές αίθουσες και πολιτικά εργαστήρια. 


Θα γυρίσω ξανά εδώ και το νοιώθω... το δικό μου βράχινο φεγγάρι θα το προσεγγίσω με το κουπί μου... θα χορέψω στην άκρη του ανεμόμυλου χαιρετίζοντας τα χαμένα μου όνειρα που κόλλησαν στο βορρά... θα γυρίσω με σκέψεις γαλάζιες, λουσμένες από τους μύθους του πελάγους, σε ένα νησί μια σταλια...