Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Στην Πόλη των Τρελών

Ξημερώνει μια απλή συνηθισμένη ημέρα, και ως συνήθως στο δρόμο μου προς το κέντρο, το λεωφορείο βρίσκεται κολλημένο στην κίνηση της Αθήνας. Όσο πιο γρήγοροι οι ρυθμοί τις πόλης, τόση πιο πολύ ώρα χαλάει ανούσια ο κόσμος της πόλης στους δρόμους. Σε αυτήν την τόσο αναζωογονητική και δημιουργική κατάσταση, εννοώντας τους ανήσυχους επιβάτες ενός λεωφορείου, όπου μπορεί κάποιος να ασχοληθεί είτε με λογοτεχνία, είτε με μουσική, είτε με την κοινωνικοποίηση μέσω κινητού ή μέσω του διπλανού. Εγώ προτίμησα την λιγότερη δημιουργική στάση και έγειρα το κεφάλι μου για να πάρω τον πρωινό μου ύπνο.


Όμως ποιος αναλογίζεται το δράμα του κακόμοιρου του οδηγού, καθώς το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ανάψει το τσιγάρο του και να περιμένει το ποτάμι να κυλήσει; Δεν προλαβαίνει ο άνθρωπος να πάρει την δεύτερη ρουφηξιά και μια φωνή από το βάθος ακούγεται να ειρωνεύεται: " Να μεταφέρετε όσοι έχετε συγγενείς σε Αμερική και Αυστραλία, ότι εδώ στο Γιουνανιστάν, ο οδηγός κάνει ότι γουστάρει μέσα στο λεωφορείο, όπως ας πούμε τσιγάρο".


Σουρρεαλιστικό πλάνο στον ατάραχο αρχικά οδηγό, όπου αναρωτιέται ποιος τόλμησε να πει την χώρα του Γιουνανιστάν, και φυσικά ούτε που απαντάει στην εύλογη παρατήρηση περί καπνίσματος. Αμέσως το λεωφορείο διχάζεται, και το μισό υποστηρίζει τον οδηγό και το άλλο μισό τον επιβάτη. Τα τσιγάρα μπλέκουν με τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη, ενώ καγκουρό "χοροπηδάνε" γύρω τους χαρούμενα. ¨Όταν οι άλλοι τρώγανε βελανίδια... εμείς καπνίζαμε μαζί με την Πυθία". Η φραστική αντιπαράθεση κινδυνεύει να μετατραπεί σε συμπλοκή μεταξύ επιβάτη και οδηγού, όταν επιτέλους ο δρόμος ανοίγει την κρίσιμη στιγμή οπότε αντιδρούν οι ψυχραιμότεροι και προχωράμε μπροστά.


Κάποιοι πρέπει να πάνε και στην δουλειά, ενώ άλλοι προσπαθούν να κοιμηθούν. "Έχουμε δρόμο μπροστά μας παιδιά, χαλαρώστε. Αν ήθελα να πλακωθώ, θα έπαιρνα το αυτοκίνητο μου και θα ξεσπούσα στον πρώτο άσχετο".
Είμαι σίγουρος, ότι ο καθένας έχει να διηγηθεί μια παρεμφερή ιστορία. Μόνο τον τελευταίο μήνα μου έχουν συμβεί τρεις περιπτώσεις: πότε με ψάρια, πότε με απότομη οδήγηση, πότε με τσιγάρο. Ανήμερα θεριά γινόμαστε όλοι, να κατασπαράξουμε ο ένας τον άλλο, χωρίς προφανή λόγο. Μάλλον λόγοι υπάρχουν πολλοί, αλλά σίγουρα δεν φταίει ο κάθε άσχετος δίπλα μας. Ας κοιτάξουμε στον καθρέφτη και ας σκεφτούμε λιγάκι πριν εκτονωθούμε.

Αν και ελπίδα για την Αθήνα δεν υπάρχει. Όπως μου είπε πρόσφατα μια φίλη, τι περιμένεις από μια πόλη που ο ήλιος ανατέλλει από τον Τρελό και δύει στο Δαφνί...

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Απαγορευτικό Απόπλου - 1

Ο αέρας δυναμώνει ώρα με την ώρα σε τούτη την βρώμικη πόλη, σφυρίζει από τις κόγχες των κτιρίων και ορμάει απειλητικά να σαρώσει όλες τις ψευδαισθήσεις. Όλος ο κόσμος κλείνεται στα μικρά κουτάκια του, αμπαρώνοντας πόρτες και παράθυρα. Σαν υπνωτισμένοι παρατηρούν τα δέντρα να λυγάνε, τις σημαίες να ξεσκίζονται πριν καν προλάβουν να κυματίσουν, τα φύλλα να στροβιλίζονται στους δρόμους και το χώμα να μετατρέπεται σε σκόνη. Και ακόμα δεν έχει φορτώσει ο καιρός...


Μα οι άμοιροι πολίτες, αποκλεισμένοι και κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους, νομίζουν ότι θα γλιτώσουν. Δεν τολμάνε να ξεμυτίσουν σε τούτο το θυμωμένο καιρό, φόβος και τρόμος για τις τρομαχτικές ριπές που αποκτάνε φωνή και ουρλιάζουν τα ονόματα ξεχασμένων δαιμόνων.Τα καντήλια τρεμοσβήνουν, μαζί και οι θεοί των ανθρώπων στέκονται ανήμποροι σε τούτο τον χαλασμό. Οι ιερείς τρομαγμένοι προσπαθούν να εξευμένισουν τον θεό τους, αλλά οι εκλησσίες βουλιάζουν στο βούρκο τους και οι ικεσίες τους γίνονται σύννεφα για ένα άλλο ουρανό. Κουράστηκε τούτος ο καιρός από ψέμματα και υποσχέσεις.
Δεν θα προλάβουν να στείλουν όυτε ένα μήνυμα βοήθειας. Οι κεραίες συνθλίβονται και τα καλώδια πάλλονται σε αρμονική ακολουθία παίζοντας το τραγούδι της θύελλας. Όλες οι επικοινωνίες ανακατεύονται, κύματα ραδιοφωνικά μπλέκουν με κύματα τηλεφωνικά. Όλες οι φωνές των ανθρώπων ακούγονται πλέον ως μια ακατάσχετη φλυαρία, που συνοδεύει την βοή του ανέμου. Ο μόνος που μεταφέρει πλεον εικόνες και ήχους είναι αυτός ο σκληρός αέρας.


Κάπου εκεί στην άκρη του γκρεμού στέκεις και αφουγκράζεσαι την επερχόμενη καταστροφή. Ετούτος ο αέρας είναι διαφορετικός, και μπορείς να το νοιώσεις. Βλέπεις ότι μπορεί να τρυπώσει από κάθε χαραμάδα σαν ορμητικό ποτάμι, και όχι απλώς να ξεριζώσει δέντρα και να ξεχαρβαλώσει παραθυρόφυλλα, αλλά να σηκώσει το έδαφος στο κεφάλι σου, να φέρει τα σύννεφα κάτω από τα πόδια σου, μπορεί να διαπεράσει τα τσιμεντένια καταφύγια σαν να είναι χάρτινοι πύργοι, να παρασύρει πόλεις ολόκληρες σαν πούπουλο πέρα μακρυά.
Δεν είναι ο άνεμος για να ανοίξεις πανιά και να ξανοιχτείς στις απέραντες θάλασσες, δεν είναι ο άνεμος για να σε σηκώσει ψηλά και να πετάξεις. Είναι αυτός ο αέρας που προσπαθεί να σκορπίσει τις σκέψεις σου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, να σε κομματιάσει μαζί με τα κύματα στα βράχια, να σε... Είναι αυτός ο αέρας που θέλει να σου ξεριζώσει την ψυχή.
Που νομίζεις ότι μπορείς να κρυφτείς;

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

ΟΙΤΗ (Β Μέρος)

2η Μέρα: Καταφύγιο-Ζαπαντολάκκα-Καρίτσα-Αργυροχώρι (1750-1450-950-100)

Διανυκτέρευση στην σκηνή και πρωινό ξύπνημα για να ολοκληρωθεί κυκλική διαδρομή. Ο στόχος είναι λιβάδι Καρίτσας και από εκεί για Αργυροχώρι μέσω της πηγής Αμπελάκι, αν και η περιγραφή στο χάρτη προδιαθέτει δυσκολίες. Εκκίνηση από καταφύγιο βορειοανατολικά, όπου είναι τελικά και η μόνη διέξοδος. Κάνουμε σχεδόν κύκλο το καταφύγιο (περνάμε ακριβώς από κάτω του) καθώς κατεβαίνουμε και παίρνουμε νοτιοανατολική κατεύθυνση τελικά. (Οι πηγές που αναγράφονται στον χάρτη δίπλα στο καταφύγιο δεν βρέθηκαν, ίσως λόγω κάποιου κοψίματος). Καθώς κατηφορίζουμε την πλαγιά βρίσκουμε διάφορες χαράξεις μονοπατιών, όπου όλες οδηγούν σε ένα μόνο πέρασμα του μικρού φαραγγιού που βρίσκεται ανατολικά του καταφυγίου. Προσοχή μην χάσουμε το μονοπάτι, καθώς το πεδίο είναι απότομο και αν πάρουμε λάθος κατεύθυνση θα βγούμε σε γκρεμίλες. Μόνα σημάδια που εντοπίσαμε, κάποια σποραδικοί κούκοι. Από εκεί συνεχίζει μερικώς χαραγμένο μονοπάτι στην αρχή και έπειτα εντελώς ασαφές με αραιή σήμανση μόνο κάποιες πλαστικές κορδέλες ή σακούλες δεμένες σε κλαδιά δέντρων. Η κατεύθυνση μόλις περάσουμε το φαράγγι είναι βορειοανατολική.



Κάνοντας στο τέλος μια μικρή τραβέρσα δυτικά μας βγάζει σε ένα ξέφωτο (προτεινόμενο μέρος για κατασκήνωση ανεπιφύλακτα). Εκεί πρέπει να προσέξουμε να μην χάσουμε το μονοπάτι γιατί δεν είναι διόλου ξεκάθαρο προς τα που συνεχίζει. Η κατεύθυνση είναι σχεδόν στροφή 180 μοιρών με το που βγούμε στο ξέφωτο, δηλαδή από ανατολικά σχεδόν δυτικά. Στην αρχή του μονοπατιού δεν υπήρχε καμία σήμανση, παρά ένα πλαστικό μπουκάλι σφηνωμένο σε ένα δέντρο. Ακολουθώντας τις πλαστικές ταινίες, που πλέον είναι ξεβαμμένες και κομμένες, διασχίζουμε ένα μικρό ρέμα και τραβερσάρουμε προς βόρεια όπου το μονοπάτι καλοχαραγμένο πια, κατηφορίζει σχετικά απότομα. Κάπου προς το τέλος πετυχαίνουμε σήμανση από μεταλλικές ταμπέλες με κίτρινα σημάδια στα δέντρα, τα οποία οδηγούν στο δρόμο, αν και πλέον όποιο κόψιμο προς βόρεια και να πάρεις θα σε συνατνήσεις το δρόμο. Μέχρι εδώ η διαδρομή από το καταφύγιο είναι κατηφορική εντελώς.



Από το δρόμο, η αρχή του μονοπατιού είναι ευδιάκριτη, αλλά αλίμονο, αν πιστεύει ο πεζοπόρος ότι είναι καλοσημαδεμένη μέχρι το τέλος. Εκεί υπάρχει και ένα σημάδι κόκκινο όπου ακολουθώντας το δρόμο σε βγάζει στο καταφύγιο. Εμείς συνεχίζουμε στο δρόμο προς το τέλος του σύμφωνα με το χάρτη, (κατεύθυνση βόρειο ανατολική). Έπειτα ο δρόμος είναι κατεστραμμένος εκεί που συναντιέται με την έξοδο φαραγγιού (έχει περάσει το ρέμα και έχουν πέσει ογκόλιθοι), αλλά μονοπάτι περνάει χωρίς πρόβλημα. Άγνωστο αν υπάρχει πρόβλημα με το πέρασμα του νερού τέλη χειμώνα και αρχή άνοιξης.
Το σημείο που σβήνει ο δρόμος είναι η Ζαπαντολάκκα (1:30 ώρα κατάβασης από καταφύγιο), όπου ούτε και εκεί βρήκαμε πηγή όπως αναφέρεται στο χάρτη. Ίσως βρίσκεται πιο χαμηλά. Πιο πριν κατά μήκος του δρόμου, υπήρχε σημείο ανεφοδιασμού νερού σε ώρα ανάγκης, με την έννοια ότι δεν είναι πηγή αλλά το νερό αναβλύζει από έδαφος και τσουλάει αργά προς την πλαγιά.
Φτάνοντας στο τέλος του δρόμου, υπάρχουν δύο επιλογές. Ένα μονοπάτι καλοχαραγμένο στην αρχή του τουλάχιστον, οδηγεί προς Ξεροβούνι και στους καταρράκτες του Κρεμαστού. (Μονοπάτι ενδιαφέρον, το οποίο και θα περιγράψω σε άλλη διαδρομή). Το άλλο που ακολουθήσαμε βγάζει μέσω της τοποθεσίας Σταυρού στο λιβάδι της Καρίτσας. Η αρχή είναι καλοσημαδεμένη, (αν και στην αρχή φεύγει ένα μονοπάτι καλοχαραγμένο προς τα κάτω, όπως αναφέρεται στο χάρτη έχει ίδιο προορισμό και χρησιμοποιείται από κτηνοτρόφους). Λίγο πιο πέρα βγαίνουμε σε ξέφωτο, όπου είτε τελειώνει η σήμανση, (έχοντας κατά νου το ίδιο φαινόμενο στην προηγούμενη διαδρομή όπως το είδαμε από την ανάποδη), είτε εμείς την χάσαμε. (Σύμφωνα με το χάρτη η σήμανση είναι αραιή με κορδέλες έως ανύπαρκτη). Πηγαίνουμε κατά βούληση μέσα από το ελατοδάσος με γενική κατεύθυνση βόρεια (τραβερσάροντας προς το τέλος κάπως βόρειοανατολικά). Έπειτα από 45 λεπτά περίπου από τη Ζαπαντολάκκα, βρίσκουμε ένα ξέφωτο, όπου συναντάμε πάλι κάποιες κορδέλες, κοντά στην τοποθεσία Σταυρός, καθώς κατηφορίζουμε μια απότομη πλαγιά. (Απότομη κατάβαση από τα 1300 στα 1200, από εκεί η βόρεια κατεύθυνση γίνεται βόρειοδυτική). Με βάση αυτό το σημάδι, λίγο πιο κάτω βρίσκουμε, αραιή κίτρινη σήμανση, η οποία κάποια στιγμή γίνεται κιτρινοκόκκινη και πιο ευδιάκριτη.
Η σήμανση από εδώ και πέρα είναι διακριτική σε μερικά σημεία, και είναι εύκολο να χάσεις το μονοπάτι. Η κατεύθυνση όμως είναι πια βόρειο-βόρειοδυτικη με στόχο την κατάβαση της ράχης. Περνάμε από ένα σημείο όπου η θέα από τον βράχο προς τον κάμπο είναι πραγματικά όμορφη. Ακολουθώντας πάντα ίδια κατεύθυνση, καταλήγουμε εύκολα στο λιβάδι της Καρίτσας. (Από Ζαπαντολάκκα, περίπου 2 ώρες). Στάση μεγάλη για ξεκούραση, και ανεφοδιασμός νερού από σωλήνα που γεμίζει ποτίστρες ζώων. Αυτές βρίσκονται λίγο πιο δυτικά από το τοπογραφικό και κάτι κατασκευές και δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά όταν φτάσουμε στην Καρίτσα. Από εκεί αναζητήσαμε λανθασμένα το πέρασμα του φαραγγιού τελείως προς τα δυτικά των ποτιστρών, όπου υπήρχε ένα ψευτοκόκκινο σημάδι. Δυστυχώς κατάβαση από εκεί δεν ήταν εφικτή, ακόμα και να μην είχαμε σακίδια. Το μονοπάτι που τραβέρσαρε από την απέναντι πλευρά ήταν ευδιάκριτο και φαινόταν ότι πήγαινε τελείως στην άκρη του γκρεμού. Βλέποντας αυτό και διαβάζοντας το χάρτη, η υπόθεση μου είναι ότι το μονοπάτι πρέπει να ξεκινούσε βόρεια από τις ποτίστρες, ανεβαίνοντας προς το ελατοδάσος, και ψάχνοντας περάσματα αρκετά ψηλότερα από εκεί που προσπαθήσαμε εμείς.



Έτσι αφήσαμε την ιδέα αυτήν και κατηφορίσαμε το άλλο μονοπάτι, που θεωρητικά αναγράφεται στο χάρτη ότι βγάζει στα Λουτρά Υπάτης. Το μονοπάτι είναι και καλοσημαδεμένο και καλοχαραγμένο μέχρι το πρώτο ξέφωτο που συναντάμε, (ονομαζόμενο στο χάρτη ως Ανάερο). Από το τέλος του ξέφωτου, με κατεύθυνση ανατολική καλοχαραγμένο μονοπάτι αλλά όχι σημαδεμένο φεύγει προς Μεξιάτες (περίπου 40 λεπτά από Καρίτσα). Ενώ ορειβατικό καλοσημαδεμένο μονοπάτι, αλλά κακοχαραγμένο στην αρχή του και παιρνώντας από πυκνη βλάστηση κατηφοριζει προς Λουτρα Υπάτης. Εδώ το ελατόδασος χάνεται και σταδιακά μετατρέπεται σε πουρναροδάσος. Έπειτα από ενοχλητική κατάβαση μέσα από βελανιδιές και άλλα ενοχλητικά φυτά, (ήδη είχε αρχίσει να κλαδώνει και να κλείνει, δεν γνωρίζω την τωρινή του κατάσταση) φτάνουμε στη φουρνοσπηλιά όπου και υπάρχει συρμάτινη πόρτα, όπου είναι σχεδόν τα όρια του Εθνικού Δρυμού. Η κατάβαση συνεχίζεται, όπου θέλει λίγο προσοχή να μην μπερδέψουμε το μονοπάτι με τα γιδόστρατα. Από την φουρνοσπηλιά τραβερσάρει δυτικά και έπειτα κατηφορίζει με γενική κατεύθυνση βόρεια κάνοντας μικρές τραβέρσες. Καταλήγουμε στο ρέμα Καμαριώτη (περίπου 3 ώρες κατάβαση από Καρίτσα), όπου Οκτώβρη μήνα ήταν εντελώς ξερό και συνεχίζοντας από το ποτάμι δυτικά βγήκαμε σε χωματόδρομο. (Άγνωστο πάλι αν υπάρχει πρόβλημα με το πέρασμα, όταν υπάρχει κανονική ροή, τέλη χειμώνα και αρχή άνοιξης). Ακολουθώντας τον χωματόδρομο, και αφού περάσουμε πηγή, φτάνουμε έπειτα από 45 λεπτά περίπου στον κεντρικό δρόμο Υπάτης-Λιανοκλάδι, 300 μέτρα κάτω από το Αργυροχώρι. Με ότο-στοπ ή πεζοπορία (όπως εμείς) 20 λεπτών φτάνουμε και πάλι στην Υπάτη.