Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΓΙΑΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΓΙΑΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Ο Γύρος της Μήλου (Β)

Πρωί Μεγάλης Παρασκευής, ξεκινάει η αύξηση της έντασης του Βοριά. Μπορώ να το νιώσω στο πετσί μου και να το διαβάσω στη θάλασσα. Η αλλαγή έρχεται τελικά πιο νωρίς από ότι υπολόγιζα. Καθώς κωπηλατώ προς Παλαιοχώρι και περνάω τον κάβο ο καιρός έρχεται πλαγιομετωπικά και τον έχω πλέον κόντρα στην ρότα μου.
Το κομμάτι από Παλαιοχώρι και μετά είναι ένα ακόμη ξεχωριστό όμορφο κομμάτι του νησιού. Τελειώς διαφορετικό από το δυτικό κομμάτι. Συνέχεια υπάρχουν εντυπωσιακοί γκρεμοί, πολύχρωμα βράχια και μικροί όρμοι που κρύβουν μικρές παραλίες. Δεν σταμάτησα να φωτογραφίζω και σκεφτόμουν ότι αν ο Άρης κάποτε είχε ωκεανούς, κάπως έτσι πρέπει να έμοιαζε. Εντωμεταξύ, πολλές πλαγιές είναι γεμάτες από υπόσκαφες στοές, άγνωστο από ποια εποχή. Άλλες διαβάζεις ότι είναι δοκιμαστικές τομές νεώτερων χρόνων, κι άλλες ορυχεία αρχαίων ή ρωμαϊκών χρόνων. Όλες αυτές οι μικρές ή μεγάλες προσπάθειες, με προετοιμάζουν για την επόμενη έκπληξη.


Σε ένα μεγάλο όρμο στην ανατολική πλευρά βρίσκονται τα εγκατελειμμένα θεορυχεία, ένα ζωντανό μνημείο που φθείρεται με τον χρόνο. Αλλά κουβαλάει αυτόν τον αέρα μιας ξεχασμένης εποχής, που όμως άφησε ανεξίτηλα σημάδια σε πολλά σημεία της Ελλάδας. Εδώ όμως όλα βρίσκονται παρατημένα, σαν να πάγωσε ξαφνικά ο χρόνος. Φαίνεται σαν κάποιος άγνωστος σε εμάς πολιτισμός που άκμασε, και ξαφνικά στο ζενίθ της ακμής του εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Πέρα από τα βαγόνια, τις ηλεκτρογεννήτριες κι άλλα περίπλοκα μηχανήματα, έβλεπες το μηχανουργείο σε πλήρη τάξη. Κάθε γρανάζι ζυγισμένο στη θέση του και κάθε βίδα σε σειρά σύμφωνα με το μέγεθος της, όλα έτοιμα κι έτοιμα ώστε να επισκευαστούν οι επικείμενες φθορές. 


Εδώ η στάση μου είναι μεγάλη, αν και ο καιρός κάνει σχετικά δύσκολη την έξοδο. Όμως, αξίζει μια περιήγηση στα μισοκατεστραμμένα κτίρια, στις εντυπωσιακές στοές δίπλα στην προβλήτα φόρτωσης, μια βόλτα στο ρέμα που έχει διευθετηθεί ώστε να κυλάει απρόσκοπτα όταν αποφασίσει να βρέξει. Μόλις καθίσω λίγο κι αφουγκραστώ, έρχεται μια εικόνα στο μυαλό από ανθρώπους που μοχθούσαν και αγωνιζόντουσαν σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον για να εξορύξουν ένα υλικό από τη γη σε ένα ξένο τοπίο. Εικόνα από το παρελθόν ή εικόνα από το μέλλον; Κι αλήθεια που πήγαν όλοι αυτοί; Πού χάθηκε τόσος κόπος και τόσος ιδρώτας; Άλλο ένα ορυχείο που έσβησε από το χάρτη, στη λήθη των χαμένων εξορύξεων.
Με τέτοιες σκέψεις βουτάω το καγιακ ξανά στην κόκκινη πλευρά της παραλίας λόγω των πετρωμάτων που σκουριάζουν πλέον από τον άνεμο και την βροχή. Ο καιρός έχει ανέβει κι άλλο καθώς κινούμαι βόρεια, αφήνοντας διάφορες ορμίσκους με συμπαθητικές ή αδιάφορες παραλίες. Και πριν προλάβουν να σβήσουν οι σκέψεις, φτάνω στα Βούδια, στον όρμο όπου οι εγκαταστάσεις είναι σύγχρονες, τα ορυχεία δουλεύουν και τα πλοία φορτώνονται καθημερινά. Επιταχύνω το ρυθμό μου για να προσπεράσω ένα καράβι που ετοιμάζεται να ανεβάσει άγκυρα και να κουβαλήσει τα ορυκτά σε άλλα λιμάνια. Αφού καταφέρω να καβατζάρω τον κάβο κι αλλάζω ρότα, ο αέρας γίνεται εκ νέου ούριος και με σπρώχνει προς την Κίμωλο. Αυτό το στενό Κιμώλου-Μήλου το έχω διασχίσει και μερικά χρόνια πριν.


Διαλέγω πάλι μια έρημη παραλία της Κιμώλου για να αποφύγω τον επιτάφιο και την περιφορά του στο χωριό της Μήλου, σε μια παραλία απέναντι από τ’ Απολώνια, τον Άγιο Γεώργιο. Εδώ ο καιρός απανεμίζει τόσο σε αέρα τόσο σε κύμα. Η πένθιμη καμπάνα ακούγεται στο βάθος, ο καιρός έχει κλείσει και μερικές ψιχάλες πέφτουν για να δώσουν μια σκοτεινή ατμόσφαιρα.
Μεγάλο Σάββατο ξημερώνει και μέσα στο ύπνο μου άκουσα δυνατό αντιμάμαλο, ενώ είχα ξαπλώσει με ήρεμη θάλασσα. Και λίγο πριν ξεκινήσω παρατηρώ το καράβι της γραμμής, το Άρτεμις να περνάει μεν στην ώρα του, αλλά με μια περιέργη ρότα, που θα καταλάβω μόνο αργότερα. Δηλαδή είχε χαράξει την πορεία του έτσι, ώστε να μην είναι ο καιρός εντελώς στα πλάγια στο στενό και να έχει μεγάλο μπότζι.
Τα σημάδια υπήρχαν, γνώριζα ότι ο καιρός χαλάει αλλά δεν είχα υπολογίσει ότι η ένταση και ο κυματισμός θα ανέβει τόσο πολύ μέσα σε ένα 24ώρο. Ξεκινώ να κωπηλατώ και λίγο πιο πέρα βλέπω μια χελώνα να ταξιδεύει αντίθετα από μένα. Αν μου μιλούσε,  είμαι σίγουρος ότι θα μου έλεγε: «που πας βρε κακομοίρη;».  Όμως δεν θα της έδινα σημασία, καθώς μόλις πέρασα τ’ Απολλώνια, και κινήθηκα προς τον Καλόγερο, ο καιρός ήταν φορτωμένος, όμως ο κυματισμός δεν περνούσε τα 6 μποφόρ οπότε και θεώρησα την κατάσταση διαχειρίσιμη μέχρι την επόμενη έξοδο.


Όμως, καθώς έβγαινα από την σκιά της Κιμώλου, το πράγμα φαινόταν ότι αγρίευε ολόενα και περισσότερο. Καθώς πλησιάζω τα γλαρονήσια, τα κύματα γίνονται τείχη και πολλές φορές πλεον σκάνε αφρισμένα στο καγιάκ. Γενικά τον καιρό τον έχω πλάγια, και οι κορυφές που σπάνε σαρώνουν την πλευρική μου πλεύση και στρίβουν ενίοτε το καγιάκ. Ο αρχικός μου στόχος ήταν να βγω στο Σαρακήνικο, αλλά με αυτό τον καιρό αλλάζω άποψη κι αναζητώ διαφορετική έξοδο. Το άσχημο είναι ότι δεν έχω μελετήσει επαρκώς το χαρτή, αλλά ευτυχώς κάτι θυμάμαι από προηγούμενη τουριστική επίσκεψη στο νησί. Εντωμεταξύ, τα νερά αυξάνονται, και μόνο στάζοντας συνέχεια από τις ραφές. Ενίοτε, κάνω μικρές στάσεις μεσοπέλαγα για να αδειάσω βιαστικά κάποια από αυτά.
Έχω βάλει στόχο ένα ακρωτήριο με βραχονησίδα όπου σχεδιάζω να κάνω μια στάση, να αδειάσω εντελώς τα νερά και να χαλαρώσω για λίγο. Δεν έχω ιδέα πόσο απέχω από Μαντράκια ή Φυροπόταμο, όπου ξέρω ότι υπάρχουν αλιευτικά καταφύγια. Πλέον, έχω αλλάξει και την τακτική μου και στα αφρισμένα κύματα που ανυπομονούν να με λούσουν, αδιαφορώ για την πορεία μου και γυρίζω με πλώρη καταπάνω τους, κι έτσι αργώ μεν αλλά δεν στριφογυρίζω λόγω καιρού δε. «Μύτη-μύτη-Κοκομύτη» γίνεται το σύνθημα μου κάθε φορά που βλέπω τις τρεις σειρές των τειχών, γνωστή κι ως τρικυμία. Καθώς πλησιάζω τη βραχονησίδα αντικρύζω και κάποια σπιτάκια, θεωρώ ότι πλησιάζω κάποιο οικισμό. Αν και στο μικρό κανάλι που δημιουργείται, γίνεται χαμός από ρεύματα κι αντιμάμαλο, η κατάσταση στην απάνεμη πλευρά του είναι αρκετά ασφαλής για στάση κι άδειασμα υδάτων, οπότε αξίζει το ρίσκο να περάσεις από τις δίνες.


 Ύστερα, από αρκετά «χαστούκια» και «καπακώματα», διακρίνω και τα πρώτα σύρματα που κοιτάνε τον βοριά και είμαι σίγουρος ότι έφτασα σε κάποιο είδους λιμάνι, κι όντως σε λίγο ξεπροβάλλουν τα Μαντράκια. Με ένα ελιγμό βρίσκω την είσοδο και βγαίνω σε μια μικρή λωρίδα άμμου. Οι τουρίστες με χαζεύουν περίεργοι, ενώ εγώ βγαίνω στον ήλιο για να στεγνώσω. Απόφαση να μην ξαναβγώ στον καιρό και με ένα τηλέφωνο θα αναλάβει μια φίλη μου τα υπόλοιπα.
Για το μικρό υπόλοιπο για να κλείσει ο κύκλος της Μήλου, θα συνεχίσω την Δευτέρα, περνώντας από Φυροπόταμο,κι έπειτα από τον άγριο κάβο Τράχηλα. Ο καιρός πλέον έχει πέσει και μόνο η αγριάδα των βράχων προδίδει την άγρια μάχη της θάλασσας. Σε λίγο προσπερνάω την Πλάθιενα, όπου χαιρετάω άλλους καγιάκερς και αφήνοντας πίσω τις τρεις Αρκούδες, και χαζεύοντας το Κλίμα δια θαλάσσης ο κύκλος του νησιού κλείνει ξανά, ένας κύκλος με πολλές εναλλαγές τοπίων και διακυμάνσεις του καιριού. Έτσι επιστρέφω στο λιμάνι του Αδάμαντας, όπου θα πρέπει να ξεστήσω το αξιόπλοο τσιπουράκι και να ετοιμαστώ για το ταξίδι επιστροφής.

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Ο Γύρος της Μήλου (Α)



Ο κύβος ερρίφθη για άλλη μια φορά, και το νόμισμα έβγαλε το νησί της Μήλου εκείνο το Πάσχα του 2016. Δεν είναι πρώτη φορά, ούτε η τελευταία θα ήθελα να ελπίζω. Ο στόχος αυτή τη φορά δεν είναι ένα απλό πέρασμα, άλλα μια περίπλευση των ακτών με το φοβερό σκάφος μου, το «Τσιπουράκι».  Ο κύκλος σχεδιάζεται να γίνει σε χαλαρό ρυθμό με στόχο τις 4 μέρες, κι αναλόγως συνθηκών ίσως βάλω στο πρόγραμμα Πολύαιγο-Κίμωλο. Αυτά σκέφτομαι καθώς κοιτάζω χάρτες και χαράσσω πορείες... Ποιος θα ακολουθήσει σε αυτό το ταξίδι αναλογίζομαι, καθώς μαζεύω συμπράγκαλα, μετράω τελευταία φορά τις αποστάσεις και διαβάζω τις μετεωρολογικές προβλέψεις.
Μέχρι την ημέρα ταξιδιού έχω διανύσει όλες τις αποχρώσεις των συναισθημάτων: από τον άκρατο ενθουσιασμό εως την βαριά θλίψη και την έντονη ανησυχία. Γνωρίζω αυτήν την προσμονή, όπως ξεκινάει την βουτιά του ένας ελεύθερος δύτης, έτσι κι εγώ πλέον κρατάω πλέον την ανάσα μου κι όλα τα συναισθήματα μου κι ξεκίνησα την βαθιά βουτιά μου.


Μα μόλις φτάσω με το κουπί στο χέρι κι αρχίζω να κωπηλατώ στο απέραντο γαλάζιο με τον ήλιο να λαμπυρίζει και να χορεύει στα κύματα, τότε όλα διαλύονται στα βασικά χρώματα, και το μυαλό μου μέσω της σωματικής κόπωσης συνδέεται με το ακατανόητο συλλογικό όνειρο της φύσης. Ακούω τον αέρα, σφυρίζει χαρούμενος στα αυτιά σου, κι ύστερα κωπάζει και γίνεται σιωπή, καθώς ενώνομαι μαζί του... Ναι τώρα, έχω καταφύγει σε μια παραλία της Κιμώλου να πενθώ μόνος μου ακούγοντας τις καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής από πέρα μακρυά, καθώς ο ήλιος δύει μέσα σε μια μελαγχολική συννεφιά. Ας τα πάρω όμως με την σειρά...
Έφτασα απόγευμα Μεγάλης Τρίτης στο νησί, πρόλαβα να στήσω το καγιάκ και να φορτώσω προμήθειες για πολλές μέρες, καθώς θα πρέπει να έχω αυτονομία περιπλέοντας έρημα ακρογιάλια. Το ταξίδι ξεκινάει, και πρέπει  να φτάσω απέναντι από το λιμάνι στον όρμο του Αγίου Δημητρίου. Ο ήλιος καθώς δύει με τυφλώνει, ενώ ο δυνατος δυτικός στέκεται κόντρα στην προσπάθεια μου, αλλά σε λίγο ξεπροβάλλει το ξωκλήσσι και η μικρή παραλία. Και το σημείο με αποζημιώνει, καθώς για κατασκήνωση πρώτης μέρας είναι ιδανική τοποθεσία, με την Πλάκα, την Τρυπητή και τα άλλα χωριά διαγράφουν τις απέναντι πλαγιές, κάτω από τον ήσυχο έναστρο ουρανό.
Ο αέρας δεν λέει να κωπάσει το βράδυ παρά τις σχετικές προβλέψεις και με τέτοιο καιρό ξεκίνησα το πρωί με πορεία προς Βόρεια, στο ακρωτήρι Βάνι. Μόλις βγήκα από τον όρμο του Αγίου Δημητρίου, η θάλασσα φούσκωνε θυμωμένη και κατέβαζε βουβό κύμα.  Με τέτοιο χορό έφτασα στο άγριο ακρωτήρι που κοιτάζει αγέρωχο τον βοριά, σιγομουρμούρίζοντας για ναυάγια και ανείπωτες τραγωδίες.
Από τον ακρωτήρι άρχισε να παίρνω τον καιρό πρύμα, και ξεκίνησε η «κατηφόρα» προς Αγκάθια και Τριάδες. Ο αέρας είχε αρχίσει να υποχωρεί σιγά σιγά, μόνο η θάλασσα ήταν ακόμη θυμωμένη όταν πλέον βγήκα σε μια από τις παραλίες στις Τριάδες για στάση, μία από τις πολλές παραλίες που θα ήθελα να είχα περισσότερο χρόνο να απολάυσω. Όμως, ο στόχος μου ήταν ο όρμος του Αγίου Ιωάννη κι έτσι καθώς συνεχίζω τη νότια πορεία, η διαδρομή από Τριάδες άρχισε να γίνεται πιο ενδιαφέρον, με τα βράχια να γίνονται πιο απότομα, γεωλογικά πιο πολύμορφα και πιο χρωματιστά. Μόλις μπήκα στον όρμο του Αγίου Ιωάννη, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Χιλιάδες διαφορετικά χρώματα, λευκοί βράχοι, σκουριασμένα πετρώματα και στο τέλος η φοβερή παραλία του όρμου, που στην ουσία αποτελείται από τρεις ξεχωριστές. Αισθάνθηκα,  λες και το ηφαίστειο της Νισύρου είχε καταρρεύσει και είχε φτάσει η θάλασσα στον κρατήρα του.


Εκεί βγήκα ενθουσιασμένος, γδύθηκα, βούτηξα στην κρύα θάλασσα και «χόρεψα» στην άμμο. Χάζεψα τα κρητικά καράβια να χάνονται στον ορίζοντα, σκεπτόμενος ότι αυτό το νησί είναι πολλές κουπιές μακρυά. Ανάμεσα στα ηφαιστειακά πετρώματα αποκοιμήθηκα και με μεγάλη δυσκολία μάζεψα το επόμενο πρωί.
Γιατί δεν ήξερα ότι και το επόμενο κομμάτι κρύβει μεγάλη ομορφιά. Βρισκόμουν πλέον στο νοτιοδυτικό κομμάτι, το πιο άγριο και ίσως το πιο γοητευτικό από όλες τις απόψεις. Εδώ οι δυνάμεις της γης προβάλουν γυμνές μπροστά στα μάτια σου και αγέρωχα βράχια βουτάνε στα νερά του Αιγαίου. Μόλις άφησα τον όρμο γκρεμοί από τέφρα, βασάλτη κι άλλα ηφαιστειακά υλικά ζωγραφίζουν το τοπίο. Άσπρο και μαύρο εναλλάσονται σε ένα περίεργο παιχνίδι, ενώ ιζηματογενή πετρώματα αρχίζουν να αναδύονται σαν κομμάτια πάζλ που κάποιος βιάστηκε να προσθέσει στο στο τοπίο. Σπηλιές και μικρές κουφάλες κάνουν συχνά την εμφάνιση τους, μέχρι να φτάσω στην Συκιά.
Από μακρυά έβλεπα ότι κάποια τρύπα υπήρχε στην πλαγιά του βουνού, αλλά δεν είχα βρει ακόμη την πρόσβαση. Καθώς προχωρούσα με το καγιάκ σε λίγο βρήκα την δίοδο και μου αποκαλύφτηκε το μεγαλόπρεπο καταφύγιο της Συκιάς. Μέσα από μια φυσική καμάρα του ιζηματογενής βράχου μπήκα σε ένα κρυφό όρμο, όπου μάλλον το χειμώνα θα τον επισκέπτονται και φώκιες, ειδικά την μικρή βοτσαλωτή παράλία στην μία άκρη, ενώ αντίστοιχα το καλοκαίρι χιλιάδες τουρίστες... Έμεινα εκεί ακίνητος χωρίς να θέλω να συνεχίσω. Ίσως κάποτε ξαναγυρίσω σκέφτηκα κι έτσι βγήκα πάλι στο ανοιχτό πέλαγος και συνέχισα τη νότια πορεία. 


Το τοπίο τώρα πριν φτάσω στη νοτιοδυτική άκρη, κυριαρχούν τα ιζηματογενή πετρώματα, μου θυμίζουν ψαμμίτες, αν τα λέω και σωστά. Όλες αυτές οι πέτρες παγωμένες σε βραχώδης λάσπη συνθέτουν ένα περίεργο καμβά, και σε συνδυασμό με την διάβρωση από τα κύματα, τα σχήματα είναι ποικίλα και η φαντάσια μου καλπάζει. Βλέπει τα πόδια ένός πέτρινου γίγαντα, κολόνες ενός αρχαίου ναού της φύσης, στόματα τεράτων και εισόδους για άλλους κόσμους. Σε λίγο, φτάνω στο ακρωτήρι Ψάλτης με την μικρή βραχονησίδα απέναντι να καλεί για μακρυά ταξίδια στο ανοιχτό πέλαγος. Η θάλασσα πλέον έχει γίνει λάδι και η πορεία γίνεται πλέον με αρκετό ιδρώτα και κουπί. Συνεχώς μπαίνω και βγαίνω από σπηλιές με διπλή δίοδο ή καμάρα, όπου θαυμάζω χρώματα και πετρώματα.
Κι ακριβώς δυο κουπιές παραπέρα μπαίνω στον όρμο του Κλέφτικου, εντελώς άδειο από σκάφη και κόσμο, ένα τοπίο ξεχωριστής ομορφιάς. Νομίζω ότι δεν περιγράφεται με λόγια, απλά είναι ερωτεύσιμο... Πραγματικά, δεν ξέρω πόση ώρα σπατάλησα εκεί, απλά βλέποντας, βγάζοντας φωτογραφίες, κι απολαμβάνοντας τα κρυστάλλινα νερά, τα άσπρα γκρεμνά και τις μορφές που έχει σμιλέψει η θάλασσα και ο αγέρας... ΟΤΑΝ Η ΦΥΣΗ ΕΧΕΙ ΚΕΦΙΑ!
Με τέτοιες εικόνες συνεχίζω το κουπί με ανατολική κατεύθυνση, διασχίζω βραχώδης ακτές, σύγχρονες κατασκευές φόρτωσης ορυχείων και φτάνω στην παραλία του Γέροντα. Όχι δεν εντυπωσιάστηκα από την γωνία αυτή του νησιού. Ίσως τα βράχια γύρω από την παραλία, και οι γκρεμοί λίγο πιο πέρα του δίνουν μια αίγλη... 



Ο καιρός φουσκώνει και πάλι, και φυσάει δυτικός-βόρειοδυτικός, οπότε και βοηθάει στο κουπί. Κι ενώ κάπου θα έπρεπε να σταματήσω την πορεία μου, εκμεταλλεύομαι το ρεύμα και προσπερνάω σχετικά γρήγορα το αδιάφορο κομμάτι πλέον προς Προβατά, με σκέψη να καταλήξω στην παραλία τη Φυριπλάκας. Από μακρυά φαίνεται αρκετά εντυπωσιακή με τα χρωματιστά βράχια να δίνουν μια άλλη όψη στον όρμο, κι έτσι πλησιάζω στην ακτή. Βλέποντας όμως λίγο κόσμο να έχει κατέβει για μπάνιο, σκέφτομαι ότι δεν είναι κατάλληλο μέρος για μικρή στάση. Έτσι γυρίζω προς τον κάβο του όρμου, όπου ανακαλύπτω μια μικρή και κουκλίστικη παραλία, έτοιμη να θαφτεί από τα βράχια και τις πέτρες που είναι τα υλικά εξόρυξης της περιοχής. Η προσέγγιση δια ξηράς γίνεται μέσα από ένα σκαμμένο αυλάκι στο χώμα και μια ξύλινη σκάλα. Μια μικρή ανάσα και μια γρήγορη βουτιά για να πάρω δροσιά, ο ήλιος καίει καθώς είναι μεσημέρι πλέον.  Όπως βλέπω στο χάρτη, είναι το ονομαστό Τσιγράδο και δεν απέχω πολύ από τον επόμενο μου στόχο, που είναι η Ψαροβολάδα.
Αφήνω λοιπόν την μικρή παραλία και παιρνόντας από τον εντυπωσιακό Γέρακα, με παραλίες που γεννάνε τα μπάζα καθώς κυλάνε σε απόκρημνες πλαγιές, καταλήγω στον όρμο της Αγίας Κυριακής, όπου ακριβώς δίπλα είναι η παραλία της Ψαροβολάδας. Μια όμορφη παραλία με ψιλό βότσαλο και γρίζα άμμο. Και πάλι απέραντη μοναξιά, όπως την αναζήτησα. Οργάνωση κατασκήνωσης, μαγείρεμα και μια όμορφη νύχτα με το κύμα να με νανουρίζει γλυκά.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

ΑΡΚΟΙ - ΤΗΛΟΣ (Β' Μέρος)

ΛΕΡΟΣ - ΤΕΛΕΝΔΟΣ (3η Μέρα -13 ν.μ.)
Ο ήλιος ανεβαίνει θολός μέσα από τα βάθη της Ανατολίας και μας κλείνει το μάτι πονηρά. Με ελάχιστο αέρα πλέον, συνεχίσουμε την ρότα μας αφήνοντας την έρημη και βραχώδη πλευρά της Λέρου και κατεβαίνουμε προς το Νότιο κάβο της. Το επιβλητικό σχήμα της Καλύμνου ήδη φαίνεται μπροστά μας, αλλά η ανατολική πλευρά που αντικριζούμε είναι κι αυτή που δεν θα προσεγγίσουμε. Ο δικός μας στόχος είναι η δυτική πλευρά, προς το νησί της Τελένδου.


Με σταθερό ρυθμό φτάνουμε στο νότιο άκρο της Λέρου, σε ένα στενό πορθμό όπου σχεδόν τα δύο νησιά ενώνονται. Μόνο κάτι μικρές νησίδες, σαν πέτρες τοποθετημένες σε ρυάκι για να περνάνε οι κύκλωπες χωρίς να βρέχουν τα πόδια τους, αποτελούν το διαχωριστικό όριο των νησιών. Ο στενός πορθμός έχει αρκετή μεγάλη κίνηση: ιστιοπλοϊκά, ταχύπλοα, σκάφος του λιμενικού... Αισθάνομαι ότι περιμένω πεζός σε λεωφόρο και περιμένω για να την κόψω απέναντι με την πρώτη ευκαιρία.
Με τέτοια ανάλαφτη διάθεση με υποδέχεται το ακρωτήρι Τέλος της Καλύμνου, βράχινο και απρόσιτο. Κι ενω ο άνεμος έχει κοπάσει εντελώς, ξεκινάει από αυτό το σημείο μια φουσκοθαλασσιά όπου το αντιμάμαλο μπερδεύεται με το βουβό κύμα. Το τσιπουράκι χοροπηδάει εύθυμα σαν φελλός σε ορμητικό ρεύμα, ενώ οι γκρεμοί πάνω από το κεφάλι μας προσφέρουν μια μαγική αίσθηση, καθώς κι άφθονη σκιά. Ανοιγόμαστε όμως προς Τέλενδο, και περνάμε ανοιχτά από το Εμπορειό και την νήσο Καλαβρό, για να φτάσουμε μεσημέρι πλέον στην Τέλενδο, όπου η αφόρητη ζέστη έχει κάνει ήδη την εμφάνιση της.


Γρήγορα καταφεύγουμε στις σκιές των δέντρων, και αρχίζουμε την πεζοπορική εξερεύνηση της μικρής νησίδας, η οποία είναι στην ουσία είναι ένα μικρό τουριστικό χωριό που περιμένει πως και πως τους επισκέπτες από την απέναντι πλευρά. Κι όντως μόλις φτάνουν οι πρώτοι τουρίστες από τις Μυρτιές, το μέρος ζωντανεύει, τα τραπεζάκια γεμίζουν, οι ξαπλώστρες ακόμη και στους πιο μικρούς κόλπους γεμίζουν κορμιά. Αν και τούτη η φασαρία είναι προσωρινή, αποφασίζουμε να αναχωρήσουμε για διανυκτέρευση σε παραλία απέναντι στην Κάλυμνο. Αλλά πρώτη φορά η επιλογή από φωτογραφίες και χάρτες θα μας απαγοητεύσει, και αναγκαστικά επιστρέφουμε σούρουπο στην Τέλενδο στην δυτική παραλία. Το ηλιοβάσιλεμα μας αποζημιώνει για το μπρος πίσω, καθώς μόνο λογοτεχνικές πινελιές μπορούν να περιγράψουν το τοπίο με τους απόκοσμους βράχους και το ανοιχτό πέλαγος.


ΤΕΛΕΝΔΟΣ - ΚΩΣ (4η Μέρα - 18 ν.μ.)
Αναμένοντας πλέον κύμα καύσωνα, το ξύπνημα γίνεται αξημέρωτα. Εκείνο τον καιρό δεν μπορούσες να κάνεις μια πολιτική επιστράτευση του ανέμου, που μπήκε σε ξαφνική απεργία και δημιούργησε τόσα προβλήματα. Μας διακατέχει τόση βιασύνη, που δεν τρώμε ούτε πρωινό, κάτι που θα αποτελέσει πηγή γκρίνιας για κάποιους. Οι πρώτες κουπιές είναι στο σκοτάδι, και την χαραυγή την πετυχαίνουμε στο νησάκι της Αγίας Κυριακής, ακόμα η σκιά του απόκρημνου νησιού μας ρίχνει μια ευεγερτική σκιά. Περνάμε από τον κάβο Τράχηλο, και βάζουμε γραμμή για την βραχονησίδα Νερά. Μόλις ανοιχτούμε λίγο στο πέλαγος αντικρυστά από το μοναστήρι της Αικατερίνης, ο ήλιος αρχίζει να δείχνει τις διαθέσεις του. Στα μικρά αυτά βραχάκια της νησίδας αυτής κάνουμε μια στάση.


Μπροστά μας απλώνεται το μεγαλύτερο εκτεθειμένο πέρασμα της διαδρομής μας, από δώ τώρα η απέναντι ακτή της Κω, απέχει 9 ναυτικά μίλια, πορεία σε ανοιχτή θάλασσα χωρίς ίχνος βράχου. Με βοριά και κύματα από το Καρπάθιο σίγουρα θα αποτελούσε μια πρόκληση, αλλά σίγουρα θα γινόταν και πολύ γρηγορότερα. Τώρα όμως αποτελεί μια μεγάλη λίμνη χωρίς τέλος κι ένα ήλιο να μας τσουρουφλίζει σε κάθε κουπιά. Μόνη παρηγοριά ένα κοπάδι δελφίνια στο βάθος και τα μοναχικά τραγούδια του βαρκάρη...
Το πέρασμα φαίνεται ατελείωτο, αλλά κάποια στιγμή αντικρίζουμε τις ανεμογενήτριες στο δυτικό κομμάτι της Κώ, και η στεριά πλησιάζει συνέχεια καθώς το λιοπύρι κλιμακώνεται. Διακρίνουμε τον Λιμινιώνα, αλλά η πορεία είναι το δυτικότερο άκρο, δηλαδή το ακρωτήρι Δρέπανο και λίγο πιο κάτω οι έρημες και σχετικά απρόσιτες παραλίες. Μάλλον όταν ο βοριάς φουσκώνει το τοπίο θα γίνετα αφιλόξενο για τους άκακους τουρίστες.



Έπειτα από πολύωρη πορεία στην θάλασσα και ποτάμια ιδρώτα, το τοπίο μας αποζημιώνει με μια όμορφη άσπρη άμμο κι ένα άνυδρο τοπίο. Αφήνουμε τα καγιάκ στην ακτή και εφορμούμε στο νερό για δροσιά επιτέλους.

ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΚΩ (5η Μέρα - 6 ν.μ.)
Την επόμενη μέρα έχουμε αποφασίσει να ξεκουραστούμε, και να ανεφοδιαστούμε από το χωριό του Κεφάλου. Τελικά αποδεικνύεται ότι το χωριό απέχει παραπάνω απ’ όσο φανταζόμαστε και η εικόνα του μας απαγοητεύει. Γρήγορα στην παραλία, και απογευματινή αναχώρηση, προς τον όρμο Χιλανδρίου (παραλία κάβο Παραντίσο) και κατάληξη στον όρμο Μοσχαλίου.
Η διαδρομή παράλληλα με την δύση του ηλίου μοιάζει μαγική αν και σε απόσταση είναι ελάχιστη. Το τοπίο φαίνεται σμιλεμένο από τους ανέμους και τα κύματα, καθώς βλέπουμε μικρές σπηλιές, ακτόλιθους και ηφαιστειακά πετρώματα. Ο μύθος θέλει τον Ποσειδώνα να κόβει ένα κομμάτι της Κω και να καταπλακώνει με αυτό τον γίγαντα Πολυβώτη , του οποίου το στόμαβγάζει ακόμα ατμούς, γεννώντας έτσι τη Νίσυρο με το ηφαίστειο της... Μάλλον κόβοντας αυτό κομμάτι, προκάλεσε τούτες τις γεωλογικές πληγές στο νησί.
Διανυκτέρευση στην παραλία Λακιά, με τον Κρίκελο από πάνω μας να μαζεύει φθινοπωρινά και πυκνά σύννεφα. Αναρωτιόμαστε γιατί δεν σχεδιάσαμε να έχουμε παραπάνω χρόνο και γι’ αυτό το μέρος. Όμως, πότε ο χρόνος είναι αρκετός; Πότε πάνε όλα σύμφωνα με το σχέδιο; Απολογισμός διαδρομής, καθώς πλησιάζει στο τέλος, σκέψεις για παραλλαγές, για δυσκολίες με άλλο καιρό... Στεκόμαστε δίπλα στην φωτιά και νοιώθουμε την υγρασία να τρυπά τα κόκαλα. Μια νύχτα που αποτυπώνεται στην υγρή άμμο, και στους ανεξερεύνητους νευρώνες της μνήμης.



ΚΩΣ - ΓΥΑΛΙ - ΝΙΣΥΡΟΣ (6η Μέρα - 14 ν.μ.)
Πραγματικά, το επόμενο ξημέρωμα θα γίνει μέσα σε υγρή άχλη, με ελάχιστη οράτοτητα. Κι ενώ το Γυαλί απέχει περίπου 6 ναυτικά μίλια, βλέπουμε μόλις να αχνοφαίνεται ο όγκος του μεταξύ αλήθειας και μύθου. Φυσικά, όσο το πλησιάζουμε παίρνει σχήμα και μορφή. Εδώ, βρίσκεται το ορυχείο ελαφρόπετρας και περλίτη, αλλά εμείς προτιμούμε να απομακρυνθούμε από τις εγκαταστάσεις εξόρυξης και φόρτωσης, σε μια απόμερη ακτή στη νοτιοδυτική πλευρά. Στάση για βουτιά και για να περιμένουμε το πλοίο Διαγόρα, και το καταμαράν να περάσει για να μην έχουμε το άγχος της συνάντησης εν πλω.Με δυο «κουπιές» αμέσως μετά φτάνουμε στους Πάλλους, όπου παρκάρουμε τα καγιάκ. Στη Νίσυρο θα ξεκινήσουν οι διακοπές και ο πολιτισμός.



Νίσυρος - Τήλος (7η Μέρα - 18 ν.μ.)
Μετά το ανοιχτό πέρασμα για Τήλο είναι άλλα 7 ναυτικά μίλια, και θα πραγματοποιηθεί μόνο από το διπλό καγιάκ, μέσα σε συνθήκες ζέστης και βουβού κύματος. Ο Γαίδαρος, η μικρή βραχονησίδα στην βορινή πλευρά της Τήλου και λίγο πιο πέρα ένα άγριο τοπίο υποδέχεται το καγιάκ. Και πιο μερικά μίλια ακόμη βρίσκεται η μεγάλη παραλία, Έριστος, εκεί όπου το τσιπουράκι θα φτάσει πακέτο σε τσάντα.
Κι ενώ το σχέδιο προέβλεπε και πιθανότητα συνέχειας προς Χάλκη και Ρόδο, λόγω καύσωνα και έλλειψης χρόνου εγκαταλείφτηκε. Καλό είναι να αφήνεις ατελείωτες διαδρομές, ώστε να επανέρχεσαι συνέχεια...


Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΑΡΚΟΙ - ΤΗΛΟΣ (Α' Μέρος)

Την Άνοιξη αρχίζει το όνειρο της θάλασσας να μας ακουμπάει και ο χάρτης να γεμίζει πιθανές διαδρομές. Πολλές από αυτές ίσως να μην γίνουν ποτέ, άλλοτε τις εξετάζουμε ως πρόσκληση κι άλλοτε ως τρέλλα. Ενίοτε όμως δίνουν την έμπνευση για να φτιάξουν πραγματικές και το ταξίδι να γίνει με τα δικά χέρια και κουπιά. Με αφορμή το τηλεφώνημα SOS εξ Αμερικής και την εμπλοκή Μεξικάνων και Ελλήνων στην διάσωση των «ναυαγών» , ταξιδεύω πίσω στο χρόνο και γυρίζω σε καγιακοδιαδρομή περασμένου καλοκαιριού.



ΑΡΚΟΙ-ΛΕΙΨΟΙ (1η Μέρα-8 ν.μ.)
Αν και η αρχή θα γινόταν από Πάτμο, λόγω δρομολογίων και οικογενειακών υποχρεώσεων αποφασίζουμε να μεταβούμε στην Σάμο. Το Βαθύ με αποχαιρετάει με την καλύτερη διάθεση, αν και ο καιρός φαίνεται ότι θέλει να μας κρατήσει ακόμη λίγο. Αναχωρούμε για την άγονη γραμμή με το τοπικό πλοίο από τα νότια του νησιού, το Πυθαγόρειο. Ο αέρας δείχνει ήδη τα δόντια του, και το Νήσος Κάλυμνος δένει με μεγάλη προσπάθεια στο λιμάνι. Μπαίνουμε αρκετά βιαστικά και το ταξίδι προς τους Αρκιούς μας προϊδέαζει γι' αυτό που μας περιμένει. Αγναντεύουμε την αγριεμένη θάλασσα, και μου φαίνεται απίστευτο ότι την επόμενη μέρα θα βρίσκομαι μέσα σε αυτήν την αναμπουμπούλα.
Απόγευμα φτάνουμε στο μικρό νησί και καταφεύγουμε σε μια μικρή παραλία  δίπλα στο λιμάνι, όπου μαζεύουμε τα συμπράγκαλα και στήνουμε τα πτυσσόμενα "γιοτ" μας. Κάνουμε μια βόλτα στον σχεδόν έρημο οικισμό του νησιού, που απλά προετοιμάζεται για το θερινό κύμα τουρισμού και απολαμβάνουμε την ηρεμία του τοπίου, η οποία σπάει από τις απότομες κατεβασιές του βοριά. Η κουβέντα μας περιστρέφεται γύρω από τον καιρό, καθώς γνωρίζουμε από προγνώσεις ότι η αυριανή μέρα θα είναι η χειρότερη του ταξιδιού. Τι θα συναντήσουμε εδώ κάτω άραγε;


Με αγριοβοριά κοιμόμαστε, και με τον αγριοβοριά ξυπνάμε. Αν και ο όρμος των Αρκιών μας προστατεύει από την μάνητα του Ποσειδώνα, οι σημαίες και τα δέντρα μας δίνουν προειδοποιητικά σήματα. Φορτώνουμε πράγματα, καλή διάθεση και περιπετειώδες συναίσθημα, κι ετοιμαζόμαστε για την πρώτη μας διαδρομή. Την πιο εύκολη όσον αφορά την απόσταση, αλλά την πιο επικίνδυνη όσον αφορά τις καιρικές συνθήκες, γεμάτο εφτάρι με απρόβλεπτες και θυελλώδεις ριπές ανέμου κατά τόπους.
Μόλις προβάλαμε από τον απάνεμο όρμο ο καιρός κατεβαίνει σαν ορμητικό ρεύμα προς Λειψούς, ενώ η ένταση του ανέμου μου αγριεύει την ψυχή. Το διπλό καγιάκ ξεμακραίνει αμέσως με την βοήθεια του τιμονιού, ενώ το μονό αργοπορεί καθώς προσπαθώ να το τιθασεύσω στα γυρίσματα του ανέμου. Αφήνουμε ταχύτατα το Μαραθονήσι πίσω μας και για λίγο μας βοηθάει η σκιά του, αλλά σύντομα τα κύματα που κατεβαίνουν από Πάτμο έρχονται σαν κοιλάδες και βουνά. Είναι ωραία ώρα να σκέφτεσαι την Φυσική τέτοιες ώρες και να αναλύεις το ύψος κύματος και το μέγιστο πλάτος τους, να αναλύεις τις τρικυμίες σε σειρές Fourier καθώς ανεβοκατεβαίνεις με μια βάρκα που τρίζει συνέχεια από τα χτυπήματα. Σου μένει η απορία, «λες να κοπεί στα δύο με το επόμενο χοντρό»;
Αν και οι συνθήκες είναι αρκετά άγριες, το τοπίο μας διευκολύνει την ψυχολογία, καθώς διασχίζουμε συνεχώς βραχονησίδες και έχουμε μια σχετική αίσθηση ασφαλείας. Αν και η διάθλαση των κυμάτων στα στενά περάσματα κάνει λίγο πιο περίεργες τις συνθήκες ενίοτε. Όντως, μόλις αφήσουμε το έρημο νησί της Αρεφούσας, πέφτουμε σε μια απύθμενη χοάνη. Το ρεύμα που μας σπρώχνει τόση ώρα συναντά τον καιρό από τα Βορειοανατολικά των Αρκιών, ενώ μπλέκεται και το βουβό από την μεριά της Πάτμου, που οι φήμες θέλουν να συνδέεται με το Ικάριο. Το διπλό καγιάκ χάνεται στον ορίζοντα μου και στα κύματα. Το τοπίο αγριεύει κι όλες οι αισθήσεις οξύνουν, η πίεση ανεβαίνει, οι μυες τσιτώνουν και οι σκέψεις ανακατεύονται. Τώρα πρέπει να γίνει της Αμοργού, και όχι του Κόρακα...


Τέτοιες στιγμές η φούστα (προστατευτικό κάλυμμα) αποδεικνύεται σωτήρια. Λίγα μίλια πρέπει να διασχίσω πριν να φτάσω στον βορινό κάβου της Λέρου, που οριοθετεί τον κόλπο του Μοσχάτου, όπου και αναμένω να βρώ λίγη ηρεμία. Πραγματικά, με υπομονή και κόπο τον καβαντζάρω, κι αμέσως εξαφανίζεται το σπαστήρι και έχω να παίξω μόνο με τα βουβά κύματα της Πάτμου. Αφού αδειάσω λίγους "κουβάδες" νερό, συνεχίζω στο βραχώδες τοπίο και πιο πέρα το ακρωτήρι του Αρμενιστή. Ενώ τώρα το νησί των Λειψών απανεμίζει εντελώς το θαλάσσιο ρεύμα, το ανάγλυφο του στέλνει δαιμονισμένες ριπές και μας διώχνει μακρυά από κάθε στεριά. Αντικρύζω το διπλό καγιακ να εξαφανίζεται σε τρελές σπηλιάδες ανέμου, σαν μικρούς σίφουνες και τα παιδιά να κρατάνε με το ζόρι το κουπί, σε λίγο θα το νοιώσω κι εγώ από κοντά...
Το σχέδιο είναι να φτάσουμε στο λιμάνι των Λειψών για ανεφοδιασμό και τυρόπιτα, ενώ για τον ύπνο έχουμε μια παραλία λίγο πιο έρημη κι απόμακρη από την χώρα. Όμως, όταν στο σχέδιο εμπλέκεται τυρόπιτα (βλέπε Κουφονήσια), κρύβεται πάντα κάποιου είδους ανατροπή. Μόλις φτάνουμε στην τελική ευθεία του όρμου κι έχουμε απέναντι μας το λιμάνι, το μονό συνεχίζει με μεγάλη ταλαιπωρία, ενώ με το διπλό η συνέχεια μοιάζει αδύνατη, οπότε αποφασίζεται άτακτη υποχώρηση. Ακόμα και η μανούβρα για επιστροφή με το διπλό γίνεται ολόκληρη ιστορία, όταν μια ομοβροντία ριπών τους ρίχνει προς στιγμήν στα βράχια. Σε μια κρίση μεγάλων νεύρων ο αδερφός μου σκέφτηκε να τραβήξει με το διπλό απευθείας για τον επόμενο προορισμό, την Λέρο. Τελικώς, με μεγάλο κόπο καταφέραμε να βγούμε στην παραλία διανυκτέρευσης, παραλία της Κοίμησης. Ευτυχώς, η τοποθεσία μας αποζημίωσε και γρήγορα ξεχάσαμε την αναγκαστική μας αλλαγή ρότας.


Κι αφού δέσαμε τους γαϊδάρους μας, κινήσαμε με τα πόδια για την χώρα, όπου βρήκαμε και τον περιβόητο φούρνο, κάνοντας και μια όμορφη περιπατική βόλτα του νησιού. Ίσως και να καταφεράμε να σπάσουμε την κατάρα της τυρόπιτας. Μεσημέρι είμαστε ξανά στην παραλία για ξεκούραση, και απόγευμα ακολουθούμε το μικρό λιθόστρωτο μονοπάτι που ακολουθεί την βραχώδη ακτή και οδηγεί σε μικρό ξωκλήσσι. Για να δω ηλιοβασίλεμα σκαρφαλώνω από κατσικομονόπατο και φτάνω στο κόψιμο της ράχης. Τα χρώματα είναι μαγικά και η θάλασσα συνεχίζει να βάζει πιτσιλωτές πινελιές με τους αφρισμένους όγκους της, καθώς ο ήλιος κρύβεται πίσω από τον όγκο της Πάτμου. Ο καιρός φαίνεται να έχει μια μικρή ύφεση, αλλά τα κύματα σκάνε με μανία στα απέναντι ξερονήσια.
Η απόφαση αναχώρησης περνάει μέσα από σαράντα κύματα και αφήνεται για το πρωινό αγιάζι. Έχω αποφασίσει να μην αναχωρήσω, αν ο καιρός παραμείνει ο ίδιος, ενώ αν υπάρχει μια μικρή ύφεση (όπως και είναι το αναμενόμενο) να το τολμήσω. Το βράδυ έρχεται μαζί με την φωτιά για την ανασυγκρότηση της μνήμης και σύνδεσης με ιστορίες του χειμώνα, αν και η κούραση όλης της μέρας είναι μεγάλη. Μια σπονδή στον Αίολο, να σφίξει λίγο το ασκί του, να δώσει τόση ώθηση όση χρειάζεται για να περάσουμε απέναντι στην Λέρο. Δεν κρύβω ότι εκείνες τις ώρες ήμουνα γεμάτος αμφιβολίες για το πέρασμα. Ένας ύπνος γεμάτος βρεγμένα όνειρα με τα αστέρια να κινούνται ατάραχα, ακλόνητα από τις αφιλόξενες σπηλιάδες που ρημάζαν τις σκηνές μας.

ΛΕΙΨΟΙ-ΛΕΡΟΣ (2η Μερα - 12ν.μ.)
Ο αδερφός μου ξυπνάει αξημέρωτα, αλλά δεν σηκώνει ακόμα το κουπί. Περιμένει λίγο και μόλις διακρίνει την ελάχιστη ύφεση μας ξεσηκώνει. Η ερώτηση είναι ρητορική προς εμένα: «Τι λες, πάμε;» Με ένα σάλιωμα του δακτύλου δίνω μια επιστημονική έγκριση και κουνάω το κεφάλι μου συγκαταβατικά. Χαράματα πλέον, και είναι ώρα να δοκιμάσουμε και πάλι τα νευρα μας. Κοιτάζω τους χάρτες για άλλη μια φορά, αναλύω τα δεδομένα και ορμηνεύω: "κι αέρας στα πανιά μας"...
Ο αδερφός μου θέλει να το κόψει κατευθείαν προς τον ΒΑ κάβο της Λέρου, ενώ εγώ θέλω να μπω στην σκιά του Μακρονησιού και των άλλων μικρών νησίδων χωριάτικης σαλάτας (Πιάτο, Κάπαρη, Ψώμος, Πιλάφι), να ζυγίσω τον καιρό και μετά να τραβήξω για απέναντι. Αν και ο καθένας τραβάει την ρότα του, διατηρούμε μια σχετική οπτική επαφή, όσο μας επιτρέπουν οι τραμπάλες των κυμάτων. Ίσια μπροστά για τα νησιά, χαιρετώ τα πουλιά και βλέπω τον ήλιο να ανατέλει πιο χαρούμενος. Αν και η ένταση του ανέμου είναι μικρότερη, εξαλουθεί να παραμένει ισχυρός. Μόλις απομακρυνθώ κι από το Μακρονήσι και τις άλλες νησίδες, η θάλασσα φαίνεται να χορεύει το γνώριμο ρυθμό της. Σήμερα όμως ο καιρός είναι πιο στρωτός και το ύψος κυμάτων υπολογίσμο, χωρίς να δημιουργεί έντονες ανησυχίες, αν και το ανοιχτό πέρασμα είναι περίπου απόστασης 5 ναυτικών μιλίων (ν.μ.).


Τελικά, ο καιρός αποδεικνύεται ιδανικός γι’ αυτό το πέρασμα καθώς μας σπρώχνει προς την Λέρο αθόρυβα. Ξαφνικά, ακούω σφυρίγματα και βλέπω τον αδερφό μου να προσπαθεί να επικοινωνήσει με σινιάλα, σηκώνοντας το κουπί του ψηλά. Ανταποκρίνομαι και κάνω το ίδιο για να με δει. Γρήγορα καταλαβαίνω ότι κάτι άλλο τον ανησυχεί, ένα πλοίο του πολεμικού ναυτικού που κόβει τον δίαυλο Λέρου Λειψών κάθετα και βρίσκεται πάνω στην νοητή μας πορεία. Πιθανόν είμαστε αόρατοι από τον καπετάνιο, φαινομενικά κινείται προς το μέρος μας. Παρατηρούμε ακίνητοι την πορεία του, και αφού διαπιστώσουμε ότι κάνει μικρή διόρθωση, το κοιτάζουμε να περνάει λίγα μέτρα μπροστά μας. Καμιά φορά, ο κίνδυνος έρχεται από εκεί πουδεν τον περιμένεις. Τα πλοία και τα ταχύπλοα είναι πάντα στο νου μας, αλλά τα λόγια της ξηράς δεν γεννούν την ίδια αδρεναλίνη στην θάλασσα.
Η κατεύθυνση μου αρχικά προς το νησάκι του Αρχαγγέλου, στα βόρεια της Λέρου, και ύστερα αρκετά ανοιχτά κόβω προς το ξερονήσι της Τρυπητής. (Αν δεν υπήρχε κάπου μια Τρυπητή, θα ανησυχούσα). Αφήνουμε τους βόρειους όρμους του νησιού, περνάμε πάνω από το Στρογγυλό και κινούμαι για το ακρωτήρι Πάνω Ζύμη. Η θάλασσα λυσσομανάει και από την Τρυπητή μέχρι τον κάβο ο καιρός θα έρχεται πλάγια και θα παλατζάρει συνέχεια το καγιάκ. Μια άγρια ομορφιά μας υποβάλλει με το γυμνό τοπίο της Λέρου σε συνδυασμό με τους αφρούς από τις μάχες των κυμάτων. Μόλις όμως περνάμε τον κάβο της Πάνω Ζύμης, το τοπίο αλλάζει για άλλη μια φορά, η θάλασσα ημερεύει ενώ εμφανίζονται και οικισμοί στον όρμο του Άλιντα, και στο βάθος η Αγία Μαρίνα, ο προορισμός της σημερινής ημέρας. Θα περάσουμε και τον κάβο της Άσπρης Πούντας και θα στεριώσουμε στον όρμο Παντέλι. Λίγο πιο πέρα από τον Βρωμόλιθο, θα αγκυροβολήσουμε και να στεγνώσουμε τα σώματα μας. Όχι ακριβώς έρημη τοποθεσία, αλλά ικανοποιητική για μια διανυκτέρευση ανάγκης.


Ξεκούραση στην παραλία και απογευματινή βόλτα στο χωριό της Αγιά Μαρίνας. Επιτέλους ανεφοδιασμός ταβέρνας, με μια καταπληκτική θέα στον όρμο και νόστιμους μεζέδες. Πίνουμε στην υγειά του Αιγαίου και στην συνέχεια της όμορφης πορείας που χάραξε ο αδερφός μου. Από εδώ και πέρα όλα θα γίνουν πιο εύκολα, καθώς η πρόγνωση μιλάει για πτώση των ανέμων και κύμα ζέστης. Εύκολα είπα; Έτσι νόμιζα, αλλά η απόλυτη νηνεμία σε συνδυασμό καύσωνα δεν αποτελούν ιδανικές συνθήκες για κουπί. Ακόμα έχουμε μίλια μπροστά μας...

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Κουπί και Αγέρας

Πάλι, θα ξεφύγεις από όλα, πάλι θα φορτώσεις σε μια θάλασσα τους αναστεναγμούς σου, πάλι θα νοιώσεις ένας Μαγγελάνος που θέλει να γυρίσει τον κόσμο για να βρεί τον εαυτό του.

Πότε θα κάνεις τον κύκλο του εαυτού σου, να βρεις ένα λιμάνι που θα αράξεις, να βρεις το κύμα που θα σε ταξιδέψει στο πιο τρελό σου όνειρο; Πότε θα δώσεις το χαμόγελο με το πρώτο φως της μέρας, χωρίς να σκέφτεσαι τι καιρό θα κάνει και πόσους δρόμους πρέπει να διασχίσεις;

Βάλε το κουπί στην πλάτη, βρες τα με τον Αίολο και άσε το ρεύμα να σε πάει από εκεί που θα έρθει το κομματισμένο σου μέλλον. Δες στους καθρεφτισμούς της θάλασσας, πόσο ανάλαφρο είναι το σήμερα, και πόσο βαρύ το αύριο.

Χτύπα το κουπί, μέχρι να φτάσουμε στην απέναντι ακτή.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Βάρκα Γιαλό

Αφού μας λένε ότι βουλιάζουμε, είπα κι εγώ να πάρω τα δικά μου μέτρα μου, κι έτσι πήρα "βάρκα". Αλλά επειδή λεφτά για βενζίνη δεν υπάρχουν, την διάλεξα με κουπί. Όσο μπορώ να τρώω και να περπατάω, θα μπορώ και να κωπηλατώ και να επιπλέω. Ας το ρίξουμε στην πλάκα, για να ξεφύγουμε από το "τέλος του κόσμου", που μας πλασάρουν οι επαγγελματίες καταστροφολόγοι (με το αζημίωτο φυσικά).

Και το ονομα αυτού: Τσιπουράκι

Στην μαγεία των καθρεπτισμών

Με διάθεση κόντρα στον καιρό ανεβάζω εικόνες από την βαρκούλα μου, που την βάφτισα πρώτα στο γλυκό νερό, κι αργότερα σε θαλασσινό. (Ευχές δεχόμαστε ακόμα). Με το "Τσιπουράκι" στο πέλαγος, όλο και κάπου θα φτάσω, αρκεί να υπάρχει διάθεση για κουπί, και διάθεση για απόλαυση της διαδρομής.



Κι έτσι κλείνοντας τα αυτιά στις σειρήνες της δουλείας (από όπου κι αν προέρχεται αυτή), θυμάμαι και θυμίζω ότι η άνοιξη έχει μπει πλέον για τα καλά, δηλαδή ευκαιρία να πάρουμε πάλι τα όρη και τα βουνά, λίμνες και θάλασσες.
Ένα γέλιο θα τους θάψει., σκέφτομαι και κωπηλατώ... Οι παλιότεροι θα το λέγαν αλλιώς: "Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν".

Θαλασσινά Βαφτίσια

Στραβός είναι ο γιαλός...