Αν και η θάλασσα τον τελευταίο καιρό μας έχει πάρει αγκαλιά, ας πάμε βόλτα και πάλι στο βουνό, όταν αρχές του Μάη ανεβαίναμε στα ψηλά. Η εποχή ήταν ιδανική, καθώς τα βουνά κουβαλάγανε ακόμα αρκετό χιόνι, η άνοιξη μόλις αρχίζει και μπαίνει στο βουνό, ενώ τα νερά ρέουν άφθονα και στις πιο ξερές ρεματιές. Η απόφαση με τον φίλο μου μετά από αρκετή συζήτηση ήταν ο Παρνασσός. Αν και τον έχουμε διασχίσει σε άσχετες φάσεις οριζοντίως και καθέτως, φαίνεται ανεξάντλητος και γεμάτος εκπλήξεις.

1η Μέρα: Τιθορέα-Αγ.Γεώργιος-Ποτιστήδες- Τρύπη-Τσάρες
Η πορεία αυτή είναι μια πιο επίπονη ανάβαση για Τσάρες, αλλά περνάει μέσα από άγρια και πανέμορφα κομμάτια του βουνού, το οποίο φαίνεται να κρύβει πολλές εκπλήξεις. Στο τελευταίο μέρος όμως δεν υπάρχει καν χάραξη, και χρειάζεται προσοχή στον προσανατολισμό και στα περάσματα των ρεματιών. Καλύτερα η πρώτη προσέγγιση να γίνεται ανάβαση από Τιθορέα.
Δεν καιγόμαστε να ξεκινήσουμε νωρίς από Αθήνα, τελικά όμως μας καίει ολίγον ο ήλιος στην αρχή. Ξεκινάμε από Τιθορέα αρχικά το κλασικό μονοπάτι για Τσάρες. Όμως στο σημείο που κατεβαίνει για να κόψει την ρεματιά, το αφήνουμε και ακολουθούμε την χάραξη του αγωγού. Από το σημείο αυτό η σήμανση είναι αραιή και γίνεται κυρίως με κορδέλες, και έχουμε στα δύσκολα ως σημείο αναφοράς τον αγωγό. Αρχικά η βλάστηση είναι χαμηλή με πουρνάρια και πρέπει να προσέξουμε ειδικά στην αρχή, ώστε να μην χάσουμε το μονοπάτι, καθώς υπάρχει χάραξη που οδηγεί σε κάποια στάνη.
Εμείς πρέπει να ανηφορίσουμε μέσα από κλαδισμένο μονοπάτι και να περάσουμε κοντά στα απότομα βράχια με τις σπηλιές του Ανδρούτσου. Στο σημείο αυτό αρχίζουν δειλά δειλά να εμφανίζονται τα έλατα και να μας προστατεύουν από τον έντονο ήλιο. Σε όλη αυτήν πορεία συναντάμε συνεχώς μικρές δεξαμενές του αγωγού, οι οποίες και επιβεβαίωνουν την πορεία μας.
Φτάνουμε σε μικρό ώμο, και από εκεί αρχίζει να υπάρχει εμφανώς χαραγμένο μονοπάτι μέσα από σάρες και απότομες πλαγιές. Έπειτα μπαίνουμε ξανά σε ελατοδάσος και ανηφορίζουμε έντονα, ακολουθώντας τις τραβέρσες. Περίπου σε 2 ώρες φτάνουμε σε ώμο, με εντυπωσιακή θέα. Το σημείο είναι ιδανικό για κατασκήνωση. Από εδώ υπάρχει και μονοπάτι που φεύγει προς Βρωμόβρυση και σύμφωνα με ταμπέλα προς κάποιο καταρράκτη.
Από εδώ και πέρα δεν ανηφορίζουμε πλέον, αλλά κινούμαστε παράλληλα με την πλαγιά. Επίσης από εδώ και πέρα, σημείο αυτό η σήμανση χάνεται. Μόνο κάτι ξεβαμμένα μπλε σήματα επιβεβαίωνουν την πορεία μας, αλλά προς το παρόν η πορεία είναι εμφανής και φτάνουμε σύντομα στην ρεματιά Ποτιστήδες. Το κατέβασμα σε αυτήν γίνεται από σχετικά απόκρημνη πλαγιά, χωρίς όμως κανένα πρόβλημα. Το τοπίο είναι καταπληκτικό, ενώ ένας καταρράκτης που ξεκινάει από πολύ ψηλά συμπληρώνει την άγρια ομορφιά του τοπίου. Κοιτάω γύρω μου, μήπως δω καμιά νεράιδα να χορεύει. Ο Παρνασσός μας κρύβει ακόμα πολλές εκπλήξεις, όσες φορές και να τον έχουμε περπατήσει.
Κι όμως κατεβαίνει μονοπάτι άφοβα.
Ακολουθώντας ένα μπλε βέλος, δεν κινούμαστε με την υπόδειξη του χάρτη, και ανεβαίνουμε απότομα κόβοντας τον καταρράκτη και ανηφορίζουμε έντονα για να βρούμε λίγο πιο ψηλά μια εμφανής χάραξη. (Υποθετικά είναι το μονοπάτι που έδειχνε ο χάρτης ότι ξεκινούσε λίγο πιο μέσα στη ρεματιά).
Εύκολα οδηγούμαστε σε ώμο με ερείπια στάνης. Εδώ σταματάνε τα σημάδια και η χάραξη γίνεται ασαφής. Κοινώς αρχίζει η ιχνηλάτηση. Παραβλέπουμε χάρτη και GPS, και ακολουθούμε κόκκινα σημάδια που αποδεικνύονται όμως ότι δεν έχουν σχέση με την δικιά μας πορεία. Τελικά βρίσκουμε την γενική κατεύθυνση μέσα από σάρες και κλαδισμένο μονοπάτι. Βρισκόμαστε στην λεγόμενη Διαολόστρατα, από όπου έχουμε καταπληκτική θέα προς την απότομη πλευρά του Ανατολικού Παρνασσού (Σέσι-Χιονοκάρκαρος, απ’ όπου κάποτε είχα ψάξει πέρασμα για κάνω κόψιμο προς Τσάρες).

Χάραξη δεν υπάρχει, παρά μονάχα γιδόστρατα κι ενίοτε σβησμένα κόκκινα σημάδια. Σε αυτό το σημείο πρέπει να προσέξουμε, καθότι σε ορισμένα σημεία τα περάσματα είναι συγκεκριμένα, και οι πλαγιές γύρω μας είναι αδιάβατες. Τραβερσάροντας ακόμη μία ρεματιά για να βρούμε το κόψιμο της, στην Τρύπη, όπου κι εδώ το νέρο ρέει ορμητικό. Το τοπίο κι εδώ υποβλητικό, καθώς την περιτριγυρίζουν βράχια κοφτά κι απροσπέλαστα σημεία. Καταρράκτη δεν βλέπουμε, αλλά τον ακούμε το νερό να σπάζει σε κάποια χαμηλότερα βράχια.
Από εκεί ανάμεσα περάσαμε, κι όμως δεν είναι αδιάβατα
Από εδώ και πέρα ούτε σημάδια υπάρχουν, ούτε καν πλέον χάραξη μονοπατιού. Ανεβαίνουμε την νεροσυρμή, με απότομη κλίση. Αφού φτάσουμε πάνω από τα γκρεμνά, αρχίζουμε και κινούμαστε ανατολικά τραβερσάροντας την πλαγιά. Χωρίς GPS, σίγουρα θα χρειαζόταν περισσότερο ψάξιμο σε αυτό το σημείο. Βγαίνουμε σε δασωμένο ώμο, όπου μας χαιρετάει κι ένα φίδι. Από εκεί ξεκινάει κατηφορική κλίση, και ακολουθούμε τα ριζά των βράχων. Βγαίνουμε σε βράχινο ξέφωτο και κόβουμε παρακάτω την ρεματιά, που έρχεται από την Βελίτσα. Λίγο πιο κάτω είναι το σημείο κατασκήνωσης μας σε βραχοσκεπή. Οι περιβόητες Τσάρες απέχουν ελάχιστα, και ο εφοδιασμός νερού άλλο ένα προτέρημα του σημείου αυτού. Ως εδώ κάναμε περίπου 5 ώρες, συνυπολογίζοντας το ψάξιμο, τις στάσεις για φωτογραφίες και το χάζι μανιταριών.
Βρισκόμαστε σε εύθυμη διάθεση, και έχοντας άπλετο χρόνο ανανεωνόμαστε στην πηγή, βάζουμε μπύρες να παγώσουν!!! κι ετοιμαζόμαστε για το βραδυνό μας. Με θέα όλο το φαράγγι στα πόδια μας, και με μουσική το κελάρυσμα ενός καταρράκτη χαμένου σε γκρεμούς, ξεκινάει το γλέντι. Μαγείρεμα με σεφ Σταμ, φαΐ και αμπελοφιλοσοφία. Η βραδιά είναι τόσο γλυκιά, που δεν σου κάνει κέφι να τρυπώσεις από νωρίς στην σκηνή. Τελικά εκεί θα καταλήξουμε, αλλά αφού έχει πέσει το βαρύ σκοτάδι.

2η Μέρα: Τσάρες-Αρκουδοράχη-Τσαρκολακκα-Τσάρκος- Λιθαρόστρουγκα-Τσάρες-Τιθορέα
Πρωινό ξύπνημα και μια κούπα ζεστό τσάι για να μας δώσει ζεστασιά και ενέργεια. Ξεκινάμε από νωρίς για την μεγάλη κυκλική πορεία προς τα αλπικά τοπία του βουνού. Ακολουθούμε σαφή χαράξη της ρεματιάς που καταλήγει στις Τσάρες και σχηματίζεται από τα Μαύρα Λιθάρια και τις Τρεις Τσούμπες. Μονοπάτι καλοχαραγμένο οδηγεί σε μαντρί-στάνη. Από εκεί δεν υπάρχει πλέον σαφή χάραξη, αλλά η γενική κατεύθυνση είναι προφανής, καθώς ανεβαίνουμε πάντα την ρεματιά. Το χιόνι έχει αρχίσει να εμφανίζεται όλο και σε μεγαλύτερη συχνότητα.
Σύντομα αντικρύζουμε την Μπαιντανοράχη σκεπασμένη ολόκληρη από χιόνι, και αποφασίζουμε να χαράξουμε δικιά μας πορεία, γλιτώνοντας δρόμο και χιόνι, τουλάχιστον στην αρχή. Έτσι αρχίζουμε να κινούμαστε στην Αρκουδοράχη, κερδίζοντας συνεχώς υψόμετρο. Όπου χρειάζεται κάνουμε και λίγο σκαρφάλωμα, και τελικά συναντάμε το μονοπάτι 22 σε μικρή λάκκα. Από το σημείο αυτό και πέρα, η πορεία μας γίνεται σε χιονισμένο τοπίο. Εδώ ο χειμώνας αρνείται να παραχωρήσει τη θέση του, αλλά είναι και ό λόγος που το νερό ρέει άφθονο στα χαμηλότερα σημεία.
Κάνουμε μια μεγάλη στάση πάνω από τους γκρεμούς που κοιτάζουν προς Αράχωβα, Ιτέα, στην Τσαρκόλακκα και δεν χορταίνουμε το τοπίο. Ακολουθούμε αρχικά το μονοπάτι 22, συνεχίζοντας την πορεία μας μέσα στο λευκό πέπλο, που σε ορισμένα σημεία φτάνει ακόμα και στο ύψος των στήλων σήμανσης. Μετά από 3:30 ώρες περίπου καταλήγουμε στον Τσάρκο. Από εδώ και πέρα συναντάμε κι άλλα ανθρώπινα ίχνη από πεζοπόρους και ορειβάτες σκιέρ.

Έτοιμος για απογείωση
Έτσι ξεκινάμε την τρελή κατάβαση, μέσα από μαλακό χιόνι χωρίς γκέτες και χωρίς αδιάβροχα παπούτσια. Όπου είναι δυνατόν, αφηνόμαστε να γλυστρήσουμε στην πλαγιά, αντί να περπατήσουμε. Καλοκαιρινοί πεζοπόροι σε χειμωνιάτιο φόντο, αισθανόμαστε σαν να κολυμπάμε γυμνοί σε θάλασσα χιονιού. Πολύ γρήγορα φτάνουμε στην Λιθαρόστρουγκα, και πέρνουμε το σημαδεμένο μονοπάτι προς Τσάρες. Επιστροφή στη βάση, μετά από σύνολο 5 ωρών και κάτι, ολόκληρη η διαδρομή με το κόψιμο.
Χαλάρωση για λίγο και έπειτα μάζεμα και πορεία για το χωριό. Διαλέγουμε για την επιστροφή μας την κλασική διαδρομή μέσα από το ελατοδάσος και πορεία σε ομαλή ράχη (2:45 ώρες περίπου). Δεν μετράω πια τις φορές που έχω περάσει από τούτο το μονοπάτι. Κάνουμε την διαδρομή πιο ενδιαφέρον, αναζητώντας μανιτάρια, για τα οποία ο φίλος μου είναι βέβαιος ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση δηλητηρίασης. Τουλάχιστον να βρίσκαμε και κάποια από τα παραισθησιογόνα, να ξαναγυρνούσαμε στα μαγεμένα μέρη του βουνού, όταν κλεινόμαστε στους τέσσερις τοίχου της εικονικής μας πραγματικότητας. Μια τελευταία ανάσα, μια τελευταία φωτογραφία, και άντε πάλι πίσω στο δάσος του τσιμέντου, ζέστης. Αλήθεια, γιατί δεν παίρνουμε τα βουνά;

Μήπως να κάνω μια βουτιά;