Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Λάσπες, Σκύρα και Ράγες

Αυτή τη φορά με παρέσυραν οι ράγες, και πεπατώντας περιπλανώμενος τσούλησα σε διπλή γραμμή μέσα σ’ ένα απέραντο κάμπο. Την πρώτη μέρα η πάχνη να βγάζει δόντια, το κρύο να απαιτεί μια παγωμένη στάλα του ιδρώτα μου, ο μάραθος να θυμίζει ότι όλα συνδέονται μέσα από την μυρωδιά. Μονάχα ο ήλιος να χορεύει ανάμεσα στα σύννεφα και να φωτίζει τα έρημα δέντρα που βάζαν μια μοναχική πινελιά στον επίπεδο ορίζοντα. Ύστερα όλα μπήκαν σε σιδηροδρομική τροχιά υψηλής ακριβείας.



Μέρα με τη μέρα, ράγα τη ράγα στη σειρά, πότε προχωράμε με αργό ρυθμό, και πότε τρέχουμε σαν τους παλαβούς για να χωρέσουμε τη δηλητηριασμένη λάσπη του κάμπου πάνω σε χάρτες και διαγράμματα. Σάπια καλώδια μεταφέρουν την παρακμή μας στο αύριο και έλη ακάθαρτων φουσκώνουν τα γαλάζια ποτάμια με τον πολιτισμό της λάσπης. Μόνο τα πουλιά τραγουδούν ακόμη και δημιουργούν παλλόμενα νέφη στον ουρανό, αφήνοντας μια αχτίδα ελπίδας.

Καλύτερα να πέσει η ομίχλη, να τριγυρνάω σαν τυφλός, και να μετράω το ύψος που χρειάζεται για να ανέβει η θάλασσα και να τα σκεπάσει όλα. Χάνομαι σε μικρές σκέψεις, μοναχικές ονειροπολήσεις, ενώ η φαντασία γίνεται τρένο που σφυρίζει δαιμονισμένο. Κι όμως ένα από αυτά προέρχεται από ένα αληθινό εμπορικό, αλλά κι αυτή τη φορά θα την γλιτώσω με ένα ηλίθιο χαμόγελο. Θα μείνουν μόνο οι γρατζουνιές από τα βάτα και οι δαγκωματιές από τον πάγο.



Στο τέλος, ως συνήθως έρχεται η βροχή να μουσκέψει όλα τα πρόχειρα σκαριφήματα της σιδεριένιας μου πανοπλίας. Καλύτερα να χόρευα γυμνός στο ρυθμό της, προτιμώ όμως να συνεχίσω να δουλεύω εδώ μακρυά της ανάμεσα σε χοντρές ψιχάλες. Καθώς οι αποστάσεις μικραίνουν, νομίζω ότι όλα πλησιάζουν μεταξύ τους και σύντομα θα συνδεθούν συμμετρικά και όμορφα με γραμμές... Νομίζω ακόμη... Λέω ότι δεν θα αφήσω, ούτε μία τρύπα στο χάρτη˙ αν χρειαστεί θα βαδίσω μέσα στον ποταμό, μέσα στον βούρκο, όπως και συνεχίζω να τραγουδάω τον δικό μου σκοπό, εδώ στην μέση του πουθενά ανάμεσα στις καρβουνιασμένες καλαμιές, τα αγκαθωτά βάτα, μαζί με τα πουλιά και τους λαγούς.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Δον Παριώτης Ντε Λα Μάκα

Ο ιδρώτας συνεχίζει να τρέχει στα μικρά στενά, η ώρα δεν περνάει καθόλου κι όταν αποφασίζει να τρέξει θα γεμίσει με κρασί και σούμα. Η γλώσσα είναι μαζεμένη βαθιά μέσα, κι όταν βγει θα πει τις πιο χυδαίες λέξεις σε άπταιστα αγγλικά ή σπασμένα γερμανικά, μέχρι να τους κάνεις να γελάσουν μαζί σου, μέχρι να αγοράσουν ένα κομμάτι από το τομάρι σου aus echtem Leder.
Κανένας δεν θα σε αναζητήσει, όταν πνίγεσαι στην μέση του πελάγους καθώς θα διασχίζεις τα μπουγάζια, νομίζοντας ότι είναι ρυάκια της βροχής. Κανείς δεν θα σε κοιτάξει στα μάτια όταν μείνεις μόνος και μετρήσεις το ανάστημα σου, και βρεθείς ο πιο κοντός από όλους. Κανένας δεν θα βρει τα μέτρα σου για να σου φτιάξει την ζώνη σου, aber wir den Gürtel abschneiden können.



Βάζεις τη γνώριμη στολή σου, και μόλις τα γράψεις όλα στα παλιά τους παπούτσια made by us, βγαίνεις από το κάστρο κι επιτίθεσαι γυμνός κάτω από την φεγγαράδα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επιτίθεσαι στα κύματα και τους ανεμόμυλους, στα όνειρα και στους μετεωρολόγους, στη σκιά σου και στις αναμνήσεις σου... Και αφού εξαφανιστείς στον ορίζοντα, ο αέρας θα αρχίσει να λυσσομανά και το κάστρο σου θα μείνει απόρθητο, κι ας μην είσαι εκεί πια να το φυλάς...

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Άνθρακες, αϋπνίες κι άφθονο κρασί

Στον αστερισμό ενός σκισμένου πειρατικού χάρτη. Πόσο θα το ήθελες να ήσουν εσύ ο πειρατής που έκρυψες κάτω από τον φοίνικα το κουρσεμένο χρυσάφι της ισπανικής αρμάδας. Μα τούτη την φορά έχασες τον προσανατολισμό σου και βγήκες σε άγνωστα νερά, σε ξερονήσια τόσο γνώριμα που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα βράχια από δέρμα σου....


Αναζητήσεις άνευ περιεχομένου, λόγια χωρίς σώματα και χαζές απαντήσεις περικυκλώνουν τις σκέψεις και τυλίγονται σαν φίδια γύρω από την πεζή καθημερινότητα σου. Ποιοι πειρατές και ποιες γαλέρες; Ερωτήσεις που δεν γίνονται, και απαντήσεις με νόημα εντελώς εκτός θέματος όμως. Με ανοιγμένα τα άρμενα πορευόμαι σε τρελά μποφόρ για να ξεσκίσουμε κάθε λογική, για να χαθώ μέσα στην παραίσθηση της στιγμής. Άσε την σελήνη να γεμίσει και πάλι, μην βάζεις ερωτήματα για τα οποία δεν θέλεις να μάθεις την αλήθεια.... Ας ξεκινήσουμε όμως με την γυμνή αλήθεια, αυτή που σε ξαπλώνει στην παραλία και σου καίει το κορμί. Το παράλογο βγάζει το κουπί, και τραβάει με ζόρι μέσα στα κύματα του χρόνου.
Κι ύστερα καθώς σουρουπώνει, το μελτέμι χαμηλώνει και η θάλασσα γαληνεύει. Μου θυμίζει καλοκαίρια από τα παλιά. Και τούτη η βραδιά έχει μια γλυκιά δροσιά, αλλά όλη η γλύκα έχει εξαντληθεί στην θάλασσα. Το χρώμα γίνεται ασημένιο, κι εγώ παραδίνομαι σε ατελειώτες ονειροπολήσεις. Ο αέρας τελικά παραδίνεται στα χέρια σου, και μαζεύω τα κύματα για να μπορέσω να πνιγώ με την ησυχία μου. Σε κάποιο νησί κρύβεται ο θησαυρός, σε κάποιο άλλο νησί γίνεται κάρβουνα, σε κάποιο νησί παραδέρνουν οι πόθοι μας... παντού όμως μας περιτριγυρίζει θάλασσα.