Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Δον Παριώτης Ντε Λα Μάκα

Ο ιδρώτας συνεχίζει να τρέχει στα μικρά στενά, η ώρα δεν περνάει καθόλου κι όταν αποφασίζει να τρέξει θα γεμίσει με κρασί και σούμα. Η γλώσσα είναι μαζεμένη βαθιά μέσα, κι όταν βγει θα πει τις πιο χυδαίες λέξεις σε άπταιστα αγγλικά ή σπασμένα γερμανικά, μέχρι να τους κάνεις να γελάσουν μαζί σου, μέχρι να αγοράσουν ένα κομμάτι από το τομάρι σου aus echtem Leder.
Κανένας δεν θα σε αναζητήσει, όταν πνίγεσαι στην μέση του πελάγους καθώς θα διασχίζεις τα μπουγάζια, νομίζοντας ότι είναι ρυάκια της βροχής. Κανείς δεν θα σε κοιτάξει στα μάτια όταν μείνεις μόνος και μετρήσεις το ανάστημα σου, και βρεθείς ο πιο κοντός από όλους. Κανένας δεν θα βρει τα μέτρα σου για να σου φτιάξει την ζώνη σου, aber wir den Gürtel abschneiden können.



Βάζεις τη γνώριμη στολή σου, και μόλις τα γράψεις όλα στα παλιά τους παπούτσια made by us, βγαίνεις από το κάστρο κι επιτίθεσαι γυμνός κάτω από την φεγγαράδα της φθινοπωρινής ισημερίας. Επιτίθεσαι στα κύματα και τους ανεμόμυλους, στα όνειρα και στους μετεωρολόγους, στη σκιά σου και στις αναμνήσεις σου... Και αφού εξαφανιστείς στον ορίζοντα, ο αέρας θα αρχίσει να λυσσομανά και το κάστρο σου θα μείνει απόρθητο, κι ας μην είσαι εκεί πια να το φυλάς...

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Άνθρακες, αϋπνίες κι άφθονο κρασί

Στον αστερισμό ενός σκισμένου πειρατικού χάρτη. Πόσο θα το ήθελες να ήσουν εσύ ο πειρατής που έκρυψες κάτω από τον φοίνικα το κουρσεμένο χρυσάφι της ισπανικής αρμάδας. Μα τούτη την φορά έχασες τον προσανατολισμό σου και βγήκες σε άγνωστα νερά, σε ξερονήσια τόσο γνώριμα που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα βράχια από δέρμα σου....


Αναζητήσεις άνευ περιεχομένου, λόγια χωρίς σώματα και χαζές απαντήσεις περικυκλώνουν τις σκέψεις και τυλίγονται σαν φίδια γύρω από την πεζή καθημερινότητα σου. Ποιοι πειρατές και ποιες γαλέρες; Ερωτήσεις που δεν γίνονται, και απαντήσεις με νόημα εντελώς εκτός θέματος όμως. Με ανοιγμένα τα άρμενα πορευόμαι σε τρελά μποφόρ για να ξεσκίσουμε κάθε λογική, για να χαθώ μέσα στην παραίσθηση της στιγμής. Άσε την σελήνη να γεμίσει και πάλι, μην βάζεις ερωτήματα για τα οποία δεν θέλεις να μάθεις την αλήθεια.... Ας ξεκινήσουμε όμως με την γυμνή αλήθεια, αυτή που σε ξαπλώνει στην παραλία και σου καίει το κορμί. Το παράλογο βγάζει το κουπί, και τραβάει με ζόρι μέσα στα κύματα του χρόνου.
Κι ύστερα καθώς σουρουπώνει, το μελτέμι χαμηλώνει και η θάλασσα γαληνεύει. Μου θυμίζει καλοκαίρια από τα παλιά. Και τούτη η βραδιά έχει μια γλυκιά δροσιά, αλλά όλη η γλύκα έχει εξαντληθεί στην θάλασσα. Το χρώμα γίνεται ασημένιο, κι εγώ παραδίνομαι σε ατελειώτες ονειροπολήσεις. Ο αέρας τελικά παραδίνεται στα χέρια σου, και μαζεύω τα κύματα για να μπορέσω να πνιγώ με την ησυχία μου. Σε κάποιο νησί κρύβεται ο θησαυρός, σε κάποιο άλλο νησί γίνεται κάρβουνα, σε κάποιο νησί παραδέρνουν οι πόθοι μας... παντού όμως μας περιτριγυρίζει θάλασσα.

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

'Αναρθρες Φουρτούνες

Ξυπνάω μεθυσμένος, λες και στον ύπνο, σε κάθε όνειρο με κερνούσαν κρασί. Κοιτάζω τις ιδρωμένες ανάσες μου στο τζάμι και παραπατάω σε άσπρα σύννεφα. Ο αέρας μυρίζει καλοκαίρι κι όμως δεν είναι. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και σίγουρα όνειρο δεν είναι.

Μια λευκή γεύση αφήνεται πάνω από την μαυρίλα που με περιβάλλει. Αφήνω την πόρτα και γεμίζει όλο το δωμάτιο φτερά, ένα μικρό πουλί εισβάλλει και τσιμπάει τα μαλλιά μου. Δεν χωράει στην χούφτα μου, αναζητάει την μοναδική ελευθερία. Σκέφτομαι να αποδράσω μαζί του από το δικό μου κλουβί. Ύστερα αποτραβιέμαι φοβισμένος. Πότε θα μάθω να πετώ ανέμελος;



Κάποια φωτιά σιγοκαίει μέσα μου, ζητάω νερό και ξεχνάω τα δάκρυα, ξεχνάω τις άναρθρες κραυγές. Ζητάω καφέ, ζητάω μια χαραμάδα φωτός, και ακούγεται φασαρία. Δεν είμαι μόνος... Τι σημαίνει αυτό; Αφήνω το αίμα να στάξει και βλέπω τον ήλιο να στέκει τρελός σε ένα ανοιξιάτικο τοπίο. Θέλω να τον κοιτάξω με τα μάτια μου, να τυφλωθώ στο λεπτό, να νοιώσω την ζέστη του. Πιάνω την μελωδία του πόνου και πλέκω πολύχρωμα καπέλα.

Αναχώρησα δίχως ίχνος ενοχής και ξεπλύθηκα με ένα κουβά χιόνι. Πελέκησα στη σκιά μου το σχήμα μιας κουκουβάγιας και θυμήθηκα τις προηγούμενες αυτοκτονίες μου. Κανείς δεν καταλαβαίνει πια τι εννοώ. Βλέπω το κύμα να έρχεται κατά πάνω μου και ορμάω να το αγκαλιάσω. Τυλιχτό κουλούρι πέφτει από τα βράχια και σκίζονται οι σελίδες των απαγορευμένων λέξεων μου. Κίνησα για το επόμενο νησί, και θα φτάσω την τέταρτη άνοιξη με τρύπια πανιά και αμπάρια γεμάτα ελαφρόπετρες. Δεν δίνω όνομα, δεν δίνω δεκάρα, παρά μονάχα το αίμα μου...

Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Μετωπική σε Δύο Πράξεις

Πράξη Α

Θόρυβος από αναμένες μηχανές αυτοκινήτων, εξατμίσεις μοτοσυκλετών και φρένων που τρίζουν. Κάπου στο βάθος ακούγεται ένα καράβι που κορνάρει. Ξάφνου όλα τα σκεπάζει ένα μεγάλο μπαμ. Οι θόρυβοι τότε διακόπτονται κι ο οδηγός μας τραβάει τα μαλλιά του.

Η δουλειά σε πιέζει κι ο ύπνος λείπει, μια σκέψη ασήκωτη σαν βράχος και το μυαλό δε μπορεί να μαζευτεί με τίποτα. Πως θα ξεφύγεις; Λες να πας διακοπές, το ρολόι τρέχει, το καράβι δεν περιμένει. Κι όλα αυτά τα συναισθήματα που ξεχειλίζουν, κι αυτή η αστάθεια που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει καταιγίδα. Μήπως πρέπει να γυρίσεις ανάστροφα ή μήπως πρέπει να έρθεις σε σύγκρουση με όλα αυτά; Δεν υπάρχει άλλη λύση, παρά μονάχα η ΜΕΤΩΠΙΚΗ.
Τούτη η περιοχή δεν σε σηκώνει. Ακόμα να το εννοήσεις; Κάθε μέρα σε διώχνει, και πιο μακρυά. Αλήθεια γιατί έστριψα εδώ; Λάθος δρόμο, δεν πάω στην άλλη δουλειά, αλλά προς το λιμάνι. Φίλε μου, όποιο δρόμο κι αν διαλέξεις, σου την έχουν στημένη. Μια παγίδα είναι έτοιμη στο μέσο κάθε διαδρομής. Φωνάζεις: "Ρε μπάρμπα, κάτσε που πας; Γιατί ξεκινάς να στρίβεις, δεν βλέπεις ότι διέρχεται άλλο αμάξι. Γιατί καλέ μου άνθρωπε τώρα;" Κανείς δεν σε ακούει. Δεν την γλιτώνεις λοιπόν με τίποτα, σου έρχεται από το πουθενά ... ΜΕΤΩΠΙΚΗ.


Τώρα θα τρέχεις κουτσαίνοντας, τώρα θα βγάλεις ρόδες ακόμα και στα μαλλιά. Πως θα προφτάσεις να τους προλάβεις όλους, χωρίς αμάξι; Αλλά ξέχασα να ρώτησω: Είσαι καλά; Ωραία, τότε συνεχίζουμε. Το αμάξι που αγάπησες παροπλίστηκε. Καιρός να ξεκουραστεί, αφού σου λένε ότι δεν επισκευάζεται πλέον. Ξέρω ότι δεν ήθελες να τελειώσει με αυτόν τον τρόπο, το αγαπούσες το σαραβαλάκι σου. Είχε ένα κομμάτι από την ψυχή σου, κι ήταν ένα κομμάτι της ζωής σου. Δεν πίστευες ότι κάποια στιγμή θα έφευγε έτσι απλά, σε μια απλή διαδρομή ρουτίνας. Και σίγουρα δεν υπολόγιζες ότι θα χαθεί σε μια διασταύρωση από ένα μπάρμπα που θερίζει. Δεν το είχες φανταστεί έτσι, όχι τώρα, όχι σε τούτη την χωροχρονική σύζευξη. Γκρινιάζεις, λες και μπορούσες να διαλέξεις την στιγμή, που θα σου έρθει η ΜΕΤΩΠΙΚΗ.
Ας μην το παραδέχεσαι, αλλά ξαλάφρωσες, απελευθερώθηκες εν τέλει. Εντάξει το ξέρω ότι τσαντίστηκες που έχασες το πλοίο, που ανατράπηκε η καθημερότητα σου. Αλλά πρέπει να χαρείς που βγήκες ζωντανός, πρέπει να χαρείς που διαχειρίστηκες την καταστροφή, χωρίς πανικό, χωρίς έκρηξη οργής. Κι ο μπάρμπας στέκει αμίλητος και σε κοιτά, χωρίς να ξέρει πόσο καλό σου έκανε. Παγίδα σκέφτηκες; Μπορεί κανείς εξάλλου, να σε σταματήσει πλέον; Θα βγεις στο νήσι με κάθε μέσο, ακόμα κι αν χρειαστεί να έρθεις σε ΜΕΤΩΠΙΚΗ!!!



Πράξη Β

Το κύμα ακούγεται να ανακατεύει τα βότσαλα, τρελά τιτιβίσματα από πετούμενα γεμίζουν τον ουρανό. πότε πετροχελίδονα, πότε κουκουβάγιες. Και ξαφνικά, μια σιωπή που απλώνεται σαν άχλυς...

Με μια σκηνή στην πλάτη περνάς μέσα από τα πεύκα και βρίσκεις παγωμένες εικόνες από το χθες. Κάπου εδώ ανάμεσα... Με το ρετσίνι στα μαλλιά απλώνεσαι στην παραλία, σαν να την ήξερες από παλιά. Κι αυτός ο ήλιος πάντα να σε ακολουθεί, και η πλανεύτρα θάλασσα να σε γλυκοκοιτά. Δε ζητάς τίποτα άλλο, έτσι απλά, νοιώθεις στην πλάτη σου φτερά και το νανούρισμα των λησμονημένων μονοπατιών.
Κι αν ξέμεινες από στιλό, τι πειράζει; Πιάνεις βότσαλα και τα βαφτίζεις λέξεις. Τούτο το κείμενο θα βγει λίγο πιο βαρύ, απ’ όσο φανταζόσουν. Σκέψου όμως πόσες προτάσεις κρύβονται σε μία παραλία, καθώς το κύμα γράφει και σβήνει στην στιγμή. Γιατί αγωνιάς λοιπόν για όσα έχεις στο μυαλό σου; Άσε τα πετροχελίδονα να σηκώσουν ψηλά αυτές τις λέξεις, και να τις ρίξουν σαν βραδυνή βροχή στα όνειρα σου. Είπες πως ξύπνησες με ένα πόνο στην κοιλιά; Λογικό, αφού το μισό παξιμάδι το άφησες για τα πουλιά...
Εδώ η μόνη σύγκρουση είναι με τη θάλασσα, καθώς βουτάς από τα ψηλά. Λίγο ακόμα ύψος να είχε ο βράχος, κι ο άλλος εαυτός θα έμενε μετέωρος να σε κοιτάζει. Το μόνο πρόβλημα που σε βασανίζει: «Με τα πόδια ή με το κεφάλι; Μπορώ να βουτήξω στην είσοδο της σπηλιάς;». Φυσικά, όπως σου έρχεται, πρόσεξε μόνο το βάθος. Δώσε του μια, κι όπως βγει.
Η φωτιά τριζοβολάει και το θερινό τρίγωνο προβάλει δειλά δειλά στον ουρανό, έστω κι αν ακόμη αργεί. Εκεί ανάμεσα έχεις κρύψει τα καλύτερα, και μάλλον δεν θα μας πεις τίποτα. Μια ρακί στην υγειά σου, μια ρακί για να απογειωθείς στα όνειρα σου. Και μην φοβηθείς άλλο πια, έχεις μπει σε τροχιά σύγκρουσης και τίποτα δεν σε σταματά, όπως η έλξη του κομήτη προς τον ήλιο, καθώς εξαερώνεται.


Περπατάς ξυπόλητος και νοιώθεις το έδαφος να σε ηλεκτρίζει. Κολυμπάς ανάλαφρος και νοιώθεις τη θάλασσα γλυκά να σε μετεωρίζει. Και έτσι γλυκά, μια αγκαλιά στον αέρα πλανιέται για να σε βασανίζει. Στα πόδια σου μπροστά το κουβάρι ξετυλίγεται, αν και ποτέ δε ζήτησες να βρεις την άκρη. Δε θέλεις να λύσεις κόμπους, ούτε να ξεμπλέξεις παραγάδια βραχωμένα. Με μάτια κλειστά αφουγκράζεσαι τα χελιδόνια. Ακούς πως τραγουδάνε την μοναξιά σου, πως νοιώθουν την ανομολόγητη χαρά σου, ελεύθερος από τα ψίχουλα της σκλαβιάς σου.
Κοίτα τον ήλιο λοιπόν και βγάλε στο φως τις σκοτεινές γωνιές σου. Είσαι έτοιμος να πεις τη μαγική λέξη για να τα διαλύσεις όλα. Έχεις μπει σε φάση δημιουργικής καταστροφής, οπότε μην παλεύεις για την καταστροφική αναδημιουργία. Μπάρμπα κάνε στην άκρη, τώρα πορευόμαστε για γερή σύγκρουση. Ήρθε η ώρα λοιπόν, κι ας μην ήσουν έτοιμος. Αφού τώρα το ξέρεις δεν γίνεται να την αποφύγεις, βγάλε τη ζώνη ασφαλείας και ετοιμάσου για ΜΕΤΩΠΙΚΗ!!!