Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Χρησμός ενός Πνιγμού

Η καλικατσού ορμήνεψε, τρία φεγγάρια θα περιμένεις... Μα πριν ολοκληρώσει την πρόταση, βούτηξε και χάθηκε από προσώπου θαλάσσης, αναζητώντας την άκρη του πέλαγους. Χωρίς όμως να αφήσει ένα σημάδι στον ουρανό, ένα φτερό στον άνεμο, ένα κοχύλι στην ακτή. Κι έτσι έμεινα με την απορία... Από πότε θα πρέπει άραγε να ξεκινήσω να μετρώ, καλοκαιρινά ή φθινοπωρινά, από την ισημέρια ή από τα ηλιοστάσια; Με τέτοιο χρησμό έφυγα και πήρα το δρόμο πλάι στο γκρεμό.


Ο γάιδαρος κυλίστηκε στα χόρτα και γκάρηξε με τρομερή ένταση για να σημάνει το τέλος του παιχνιδιού. Σταμάτησε μονάχα όταν τον χάιδεψα μεταξύ των δύο μεγάλων του ματιών. Τον κοίταξα με βλέμμα μεθυσμένο, κι αυτός φάνηκε να συγκατανεύει ότι ετούτη η νύχτα μυρίζει γυναικείο ιδρώτα. Πορεύσου χωρίς σαμάρι και συνέχισε τα γκαρίσματα σου, για να ανατριχιάσουν τα σύννεφα και να σκιαχτούν οι ανέμελες αυταπάτες.
Τα φασκόμηλα άνθισαν στα χέρια σου, κι η ρίγανη πασπάλισε τα χείλη σου. Πάλι παραμιλάει ο ήλιος με τη θάλασσα, πάλι παραπατάω σε αστροφεγγιές. Ας βουτήξω στα κρύα νερά για να συνέλθω και να θυμηθώ... Φύτεψα σε κάθε άγονη πλαγιά μια ελιά και διέσχισα τα βράχινα περάσματα ακολουθώντας τις κατσίκες. Κι από την άκρη του αόρατου μονοπατιού, όρμηξα στον ουρανό για να τον σκίσω στα δυό, αλλά κόπηκα εγώ. Άσε τις ανυπόμονες ανάσες μας να χαράξουν τις πέτρες, και μαζί θα σφίξουμε τις γροθιές μας στον αέρα, για να μπορέσουμε να πούμε ότι κάποτε περάσαμε κι εμείς από εδώ.


Το γατί πλησίασε διστακτικά, μα ύστερα παραδόθηκε στα χάδια. Έφερε μια μαλλιαρή καλημέρα στην παραλία της γαλάζιας προσμονής. Μυρίζει το τσάι μου και τρώει το τσουρέκι μου. Χωρίς παράπονο, κυλιέται στην άμμο και γουργουρίζει, και βγάζει ένα απαλό ρυθμό και με προετοιμάζει, γιατί ξέρει ότι το βράδυ θα χορέψω στο δικό της ρυθμό...


Με κερί από μέλι φώτισα τούτες τις ανοιξιάτικες αναμνήσεις, και περπάτησα ώρες, αναζητώντας την καλικατσού. Αλλά η απάντηση ήρθε από αλλού, πίσω από την ανατολή του ήλιου, σε χώρα μακρινή. "Τρία χλωμά φεγγάρια θα περιμένεις, και το πιο λαμπρό δεν θα εμφανιστεί στον ουρανό. Θα κρυφτεί ανάμεσα στα δάχτυλα σου, θα στριμωχτεί στο στέρνο σου, θα έρθει σαν σβούρα στο μυαλό σου".
Κι ύστερα εμφανίστηκε η σαύρα, ακίνητη, να λιάζεται στον ήλιο...


1 σχόλιο: