Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Ένα νησί μια σταλιά

Ξύπνησα και δεν σε είχα δίπλα μου, παρά μονάχα άκουγα το μικρό βοριά να ψιθυρίζει στα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα μου. Είτε ονειρευόμουν, είτε το κρεβάτι μου λικνιζόταν. Τα κύματα τρέχαν μπρόστα μας, κι εμείς τα προσερνούσαμε. Τι είναι τούτοι οι βράχοι του Αιγαίου, πεταμένοι εδώ κι εκεί; Με άσπρες βούλες στις πλαγιές, και πράσινα στάχυα να ανεμίζουν κάτω από τον ήλιο; Λάθος δρόμο καπετάνιο, τράβα για πιο πέρα ακόμη στο ανοιχτό γαλάζιο, θέλω να ξεφύγω από αυτό το φως, να προσπεράσω όλες τις κοσμικές ακτές, να κοιτάξω τον ουρανό και την θάλασσα γυμνή στην απεραντοσύνη του τίποτα.


Τελικά παραδίνομαι, κι αφήνομαι να οδηγηθώ στον μαγικό βράχο που αντικρύζω σε όλη μου την ζωή, αλλά δεν έχω πατήσει ποτέ. Είναι το δικό μου φεγγάρι, που κάθε καλοκαίρι καλωσορίζω από το νησί μου, και στολίζει το νοτιά της ανεμελιάς μου. Αυτή τη φορά όμως θα πατήσω πάνω του, θα διεκδικήσω ένα κομμάτι γης για μένα, θα αναζητήσω τα χαμένα ίχνη των ανθρώπων που στάλαξαν τον μόχθο τους για να μετατρέψουν την πέτρα σε χώμα με μόνη δύναμη τα χέρια τους. Κι όλα αυτά τα απομεινάρια, στέκουν σαν εγκατελειμένα μπαλκόνια ενός θαυμαστού κρεμαστού κήπου της Βαβυλώνας. 


Εδώ ήταν η αρχή, εδώ και το τέλος μιας κυκλαδίτικης αλχημείας. Και τούτος ο αιώνας, θα σβήσει τα σημάδια από τα χρυσαφένια μπαλκόνια, για να στολίσει ξανά τον τόπο με θυμάρι και αλυσσαριά. Μια μέλισσα πετάει χαρούμενα και μου θυμίζει ότι έχει μια μείνει μια μυρωδιά των περασμένων μεγαλείων, ώστε να κυλήσει ο υγρός χρυσός στο πέρασμα των χρόνων για να σταλάξει μέλι στις πληγές της λησμονιάς, για να διατηρήσει ένα βαζάκι παραμυθιού. 
Ετούτη η διάχυτη μαγεία, κάτι μεταξύ μύθου και ιστορίας, όπως ο ξεχασμένος ναός-μαυσωλείο της Επισκοπής ενθύμιο των προσπαθειών άλλων ανθρώπων σε άλλους χρόνους για να βρουν μια θέση στον ήλιο της Σικίνου, όπως τα χαλάσματα στην κορυφή της Αγίας Μαρίνας ενθύμιο της αλχημείας για να μεταλαχτεί η πέτρα σε μια χούφτα χώμα που είχε ξεκινήσει εδώ κι αιώνες τώρα. Κι εγώ, κι όλοι αυτοί οι περαστικοί τι θέλουν εδώ; Ότι και να αναζητούμε,  για άλλη μια φορά θα κάνουμε λίγο θόρυβο να καλύψουμε τις κραυγές του αγέρα, να διώξουμε τις πέρδικες και τα περδικόπουλα της από το μονοπάτι, αλλά γνωρίζουμε ότι σε λίγο όλα θα βρουν ξανά το ρυθμούς τους. Το γεράκι θα πετάξει αθόρυβα, κι αφού έχει σκοτώσει το καναρίνι της ψυχής μας, θα μείνει ακίνητο για το επόμενο θύμα καθώς τα πούπουλα της άτυχης πέρδικας θα μένουν ακίνητα σημάδια στα φρύγανα και στις πέτρες. Καθώς ξεχνάω, μου έρχονται εικόνες από χαρούμενα τιτιβίσματα...


Ας προχωρήσω όμως πιο πέρα, στα λαξεμένα ξωκλήσια σε πλαγιές που δεν εχει φτάσει ακόμη ο σύγχρονος κόσμος. Ας κοιτάξω την δύση του ήλιου, κι ας θυμηθώ πόσες φορές έχω αντικρύσει τούτο το λαμπρό αστέρι να χάνεται στα κύματα. Και ο δικός μου κύκλος σε τούτα τα νησιά, θα είναι ένα άλεσμα στην άκρη του γκρεμού, ένα χάδι στην κατσίκα του ποιητή που δεν μας έδιωξε από κοντά του, κι ένα κοίταγμα στα μάτια στο μικρό μας γάιδαρο με τις δύο μπαστούρες, που δεν θέλει να μας αφήσει αλλά θα μας συνοδεύσει μέχρι την τελική μας πτώση. Ίσως κρατάει το κλειδί για την επόμενη τεχνολογική επανάσταση, που σχεδιάζεται σε κλειστές αίθουσες και πολιτικά εργαστήρια. 


Θα γυρίσω ξανά εδώ και το νοιώθω... το δικό μου βράχινο φεγγάρι θα το προσεγγίσω με το κουπί μου... θα χορέψω στην άκρη του ανεμόμυλου χαιρετίζοντας τα χαμένα μου όνειρα που κόλλησαν στο βορρά... θα γυρίσω με σκέψεις γαλάζιες, λουσμένες από τους μύθους του πελάγους, σε ένα νησί μια σταλια...

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Γαλοπούλα Αλά Εκλεκτιόνες

Καμιά φορά το αργό πράγμα αργεί να γίνει, αλλά καμιά φορά το βιαστικό έχει άλλη νοστιμιά. Με τέτοιες σκέψεις χοροπήδουσε ανάλαφρη η γαλοπούλα, και συγκεκριμένα λικνιζόταν σε ένα όμορφο κλασικό κομμάτι. Μπορεί να μην ήταν σε λιβάδι, αλλά απλά σε μια πειραματική σχολή. Όμως ήταν σίγουρη ότι ήταν η εκλεκτή, κι έτοιμη για μεγαλεία. Βοσκούσε ανέμελα, έκανε μια ισορροπημένη διατροφή, παρακολουθούσαν τον σφυγμό της ενίοτε, της έβαζαν κι άκουγε Βιβάλντι, Μότσαρτ, Μπετόβεν και θεωρούσε τον εαυτό της πολύ καλλιεργημένο.



Όταν την διαλέξανε μεταξύ άλλων χιλιάδων, εκείνη κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα της μεγάλης θυσίας. Ήταν έτοιμη και προετοιμασμένη, κι έτσι συνέχιζε να χορεύει χωρίς κεφάλι και πούπουλα. Θέλησε να δείξει την ευχαρίστηση της, αλλά δεν πρόλαβε γιατί την βουτήξανε σε ένα κουβά με κρύο νερό. Επιτέλους ξεκινούσε η μύηση στον κόσμο που τόσο περίμενε, λίγη υπομονή να τελειώσουν τα βαφτίσια και θα ερχόταν η μεγάλη της ώρα. 

 

Μέσα της αντηχούσαν οι τέσσερις εποχές, όταν από το χειμώνα του παγωμένου νερού, πέρασε στην Άνοιξη, καθώς την πλένανε και την καθαρίζανε. Το ένοιωθε, ότι επιτέλους ερχόταν η ώρα της, δεν μπορεί να αργούσε πια. Ένοιωθε να την πασπατεύουν και να τις απλώνουν μια λαδερή κρέμα. Φυσικά, έπρεπε να είχε ωραία επιδερμίδα, πως θα εμφανιζόταν χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία. "Όλα πηγαίναν καλά" σκεφτόταν, "άξιζε τούτη η βουτιά. Μαζί με τούτες τις κρέμες, θα έχω ένα τέλειο και σφιχτό δέρμα..."




Το καλοκαίρι ήρθε πιο γρήγορα απ' ότι υπολόγιζε, καθώς την ξαπλώσαν σε ένα μεταλλικό κρεβάτι και η θερμοκρασία άρχιζε να ανεβαίνει σε υψηλά επίπεδα. Και μάλιστα η διάρκεια του ήταν μεγάλη, κι εκείνη ξεροψήθηκε σε τούτο το χώρο. Δεν περίμενε ότι την θέλανε και μαυρισμένη, αλλά θα τα υπόμεινε όλα μέχρι την μεγάλη στιγμή. Τόσα της είχαν υποσχεθεί, τόσα βασανιστήρια και ταπεινώσεις είχε περάσει. Σιγά μην λύγιζε με λίγη ζέστη, η οποία εξάλλου της θύμιζε τους καύσωνες το καλοκαίρι.




Ύστερα την βγάλανε και την ακουμπήσαν σε ένα πορσελάνινο ανάκλιντρο. Την κοιτούσαν με λατρεία και έβλεπε όλους γύρω της να περιμένουν ανυπόμονοι. Μάλλον σε λίγη ώρα, θα ερχόταν εκείνη η στιγμή που τόσο περίμενε. Δεν εβλεπε το μελαγχολικό φθινόπωρο που ερχόταν ακόμη.
Μόνο όταν είδε το μαχαίρι να την ξεσκίζει και να την κομματιάζει, και τα πηρούνια να κάνουν ορμητική επίθεση προς το μέρος της κατάλαβε ότι κάτι άλλο είχε φανταστεί, κάτι άλλο τις είχαν τάξει. 
"Μα αυτοί ετοιμάζονται να με φάνε..." ήταν η πρώτη και η τελευταία σωστή σκέψη της.


Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Λάσπες, Σκύρα και Ράγες

Αυτή τη φορά με παρέσυραν οι ράγες, και πεπατώντας περιπλανώμενος τσούλησα σε διπλή γραμμή μέσα σ’ ένα απέραντο κάμπο. Την πρώτη μέρα η πάχνη να βγάζει δόντια, το κρύο να απαιτεί μια παγωμένη στάλα του ιδρώτα μου, ο μάραθος να θυμίζει ότι όλα συνδέονται μέσα από την μυρωδιά. Μονάχα ο ήλιος να χορεύει ανάμεσα στα σύννεφα και να φωτίζει τα έρημα δέντρα που βάζαν μια μοναχική πινελιά στον επίπεδο ορίζοντα. Ύστερα όλα μπήκαν σε σιδηροδρομική τροχιά υψηλής ακριβείας.



Μέρα με τη μέρα, ράγα τη ράγα στη σειρά, πότε προχωράμε με αργό ρυθμό, και πότε τρέχουμε σαν τους παλαβούς για να χωρέσουμε τη δηλητηριασμένη λάσπη του κάμπου πάνω σε χάρτες και διαγράμματα. Σάπια καλώδια μεταφέρουν την παρακμή μας στο αύριο και έλη ακάθαρτων φουσκώνουν τα γαλάζια ποτάμια με τον πολιτισμό της λάσπης. Μόνο τα πουλιά τραγουδούν ακόμη και δημιουργούν παλλόμενα νέφη στον ουρανό, αφήνοντας μια αχτίδα ελπίδας.

Καλύτερα να πέσει η ομίχλη, να τριγυρνάω σαν τυφλός, και να μετράω το ύψος που χρειάζεται για να ανέβει η θάλασσα και να τα σκεπάσει όλα. Χάνομαι σε μικρές σκέψεις, μοναχικές ονειροπολήσεις, ενώ η φαντασία γίνεται τρένο που σφυρίζει δαιμονισμένο. Κι όμως ένα από αυτά προέρχεται από ένα αληθινό εμπορικό, αλλά κι αυτή τη φορά θα την γλιτώσω με ένα ηλίθιο χαμόγελο. Θα μείνουν μόνο οι γρατζουνιές από τα βάτα και οι δαγκωματιές από τον πάγο.



Στο τέλος, ως συνήθως έρχεται η βροχή να μουσκέψει όλα τα πρόχειρα σκαριφήματα της σιδεριένιας μου πανοπλίας. Καλύτερα να χόρευα γυμνός στο ρυθμό της, προτιμώ όμως να συνεχίσω να δουλεύω εδώ μακρυά της ανάμεσα σε χοντρές ψιχάλες. Καθώς οι αποστάσεις μικραίνουν, νομίζω ότι όλα πλησιάζουν μεταξύ τους και σύντομα θα συνδεθούν συμμετρικά και όμορφα με γραμμές... Νομίζω ακόμη... Λέω ότι δεν θα αφήσω, ούτε μία τρύπα στο χάρτη˙ αν χρειαστεί θα βαδίσω μέσα στον ποταμό, μέσα στον βούρκο, όπως και συνεχίζω να τραγουδάω τον δικό μου σκοπό, εδώ στην μέση του πουθενά ανάμεσα στις καρβουνιασμένες καλαμιές, τα αγκαθωτά βάτα, μαζί με τα πουλιά και τους λαγούς.